Αναγνώσεις

LIFO PODCASTS

Λογοτεχνικά έργα σε νέες ηχογραφήσεις της LIFO και ηχητικά ντοκουμέντα που έρχονται ξανά στο φως.

  1. 29 May

    Ο Δημήτρης Καταλειφός διαβάζει τον Μύρη του Καβάφη

    Ο Δημήτρης Καταλειφός διαβάζει ένα από τα πολυσήμαντα ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, το «Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.». Γραμμένο το 1929, μέσα από την αφήγηση ενός εθνικού, περιγράφει τον θάνατο ενός αγαπημένου του προσώπου, του Μύρη, ενός χριστιανού, αναδεικνύοντας την τραγική απώλεια ενός νέου. Τοποθετείται το 340 μ.Χ., σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών, οπότε ο χριστιανισμός εδραιώνεται πλέον ως κυρίαρχη θρησκεία στην ανατολική Μεσόγειο, εκτός των ρωμαϊκών συνόρων (Αιθιοπία), καταγράφοντας την εσωτερική κοινωνική μεταβολή στην ύστερη αρχαιότητα. «… Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως για την ψυχή του νέου δέονταν.— Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια, και με τι προσοχήν εντατική στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν όλα για την χριστιανική κηδεία…» Ιστορικοφανές δραματικό ποίημα με έντονη θεατρικότητα, αναπαριστά τον τελευταίο ασπασμό του αφηγητή προς τον νεκρό του φίλο, περιγράφοντας την επίσκεψή του στο σπίτι όπου βρίσκεται η σορός του, σε μια μεγάλη κάμαρα, ενώ γίνονται ετοιμασίες για την κηδεία του. «… Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για την τελευταία μέρα που έζησε— στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού, στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—»   Αναπαριστά ακόμα την εποχή, στέκεται στη θρησκευτική διαφορετικότητα με μια ιστορία στην οποία οι δυο θρησκείες ακόμα συνυπάρχουν. «… Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός. Aπό την πρώτη μέρα το γνωρίζαμε, όταν πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει. Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς. Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές· σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις…» Ο αφηγητής τιμά, επίσης, τον ηδονικό βίο της Αλεξάνδρειας πριν από την οριστική επικράτηση της νέας θρησκείας και την παρακμή μιας περιόδου ελευθερίας στην ερωτική έκφραση, προσφέροντάς μας μια τελευταία εικόνα της. Σκεπτόμενος ότι για τον Μύρη δεν ήταν παρά ένας ξένος, συνειδητοποιεί την απώλεια και τον οριστικό χωρισμό, κι αυτό τον κάνει να «πεταχτεί έξω» από το σπίτι για να ξεφύγει από τη θλίψη και την ασφυξία που του δημιουργεί το θρησκευτικό περιβάλλον αλλά και για να διατηρήσει τη θύμηση του Μύρη όπως τον γνώρισε, «έκδοτο στες ηδονές», για την υπόληψη του κόσμου ξένοιαστος.  Το ποίημα «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.» του Κ.Π. Καβάφη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1929. Τυπώθηκε στις 19 Απριλίου εκείνης της χρονιάς σε μονόφυλλο των «Τυπογραφικών Καταστημάτων Κασιμάτη & Ιωνά» στην Αλεξάνδρεια.  Ανήκει στα αναγνωρισμένα ποιήματα του Καβάφη, τα οποία γράφτηκαν ή υπέστησαν επεξεργασία κατά την περίοδο 1919-1932.

    9 min
  2. 29 May

    Ο Δημήτρης Καταλειφός διαβάζει το «Πένθιμο Μπλουζ» του Γ.Χ. Όντεν

    Ο Άγγλος ποιητής, δοκιμιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γουίσταν Χιου Όντεν που τη δεκαετία του 1930 καθιερώθηκε ως ο σημαντικότερος ποιητής της γενιάς του, με το έργο του να ασκεί σημαντική επιρροή στις επόμενες γενιές, και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, έγραψε τον Απρίλιο του 1936 το «Πένθιμο Μπλουζ».  Θέλοντας να δείξει πόσο συντριπτική είναι η απώλεια, αντανακλά την επιθυμία του ομιλούντος προσώπου να σταματήσει όλος ο κόσμος και να θρηνήσει. Ο ομιλητής χρησιμοποιεί το πρώτο πρόσωπο, αλλά διατηρεί τις λεπτομέρειες αόριστες, καθιστώντας το συναίσθημα καθολικό και σχετικό. Το ποίημα εκφράζει βαθιά θλίψη μετά τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, ενώ εξερευνά την αγάπη, την απώλεια, την απομόνωση και την ανάμνηση, δείχνοντας πώς ο θάνατος μπορεί να κάνει τα πάντα να δείχνουν κενά νοήματος. Το «Πένθιμο Μπλουζ» είναι ένα από τα εμβληματικά ποιήματά του, μία από τις πιο χαρακτηριστικές ποιητικές αποδόσεις του πένθους που επιτρέπει στον αναγνώστη/ακροατή να αντιληφθεί το βάθος του συναισθήματος. Το ποίημα έχει αναφερθεί αμέτρητες φορές σε διάφορα έργα και πέρασε στην ποπ κουλτούρα όταν ακούστηκε στη ρομαντική κωμωδία της δεκαετίας του 1990, «Four weddings and a funeral». Το «Πένθιμο Μπλουζ» περιλαμβάνεται στην έκδοση «Η Ασπίδα του Αχιλλέα» (εκδόσεις Αντίποδες) μαζί με άλλα 18 αντιπροσωπευτικά ποιήματα του συνόλου του έργο του Όντεν μεταφρασμένα από τον Ερρίκο Σοφρά.

    4 min
  3. 29 May

    «Eίναι βαρετό ν’ ακούς για τα παιδικά χρόνια κάποιου;»

    «Μόλις διάβασα το ολιγοσέλιδο (89 σελίδες) βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη και δεν ξέρω τι να το κάνω ούτε πού να το κατατάξω. Είναι ένα αυτοβιογραφικό γραπτό; (και ναι και όχι). Είναι ένα ποιητικό δοκίμιο; (παρακινδυνευμένος όρος). Το μόνο που ξέρω είναι ότι με συγκίνησε βαθιά γιατί εκφράζει απλά στις τελευταίες σελίδες κάτι που απασχολεί όλους όσους ζούμε την ένταση της σημερινής ζωής, αλλά όταν πέφτουμε να κοιμηθούμε, στον ύπνο μας αναφαίνεται μια άλλη ζωή, η παιδική μας, απ’ την οποία τίποτα δεν επέζησε, και είναι τόσο πρωτόγονη και απομακρυσμένη πια, που μας αφήνει απορημένους το ξημέρωμα: “Εγώ που έζησα όλα αυτά τα εξαφανισμένα, ησιόδεια πράγματα, πώς ζω έτσι σήμερα σαν να ’ναι κάτι φυσικό; Είμαι ο ίδιος, o ΕΝΑΣ άνθρωπος; Ή ζω μια περίληψη του κόσμου;”. Πρώτη φορά, βλέπω να εκφράζει κάποιος αυτό το αίσθημα της ανοιχτής βεντάλιας, έστω ακροθιγώς. Κι αυτό δίνει στην αφήγηση έναν τόνο ευεργετικής ψυχρότητας... Κάθε παιδική ανάμνηση που περιγράφεται είναι σαν να περιγράφεται για να πείσει ο συγγραφέας τον εαυτό του ότι πράγματι την έζησε. Και βλέποντάς τη γραμμένη να την αφήσει να ξεραθεί (κομμένο σύκο) πάνω στο μέταλλο του μοντέρνου κόσμου», γράφει ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος για το βιβλίο στο μπλογκ του «Ημερολόγιο», στη LiFO. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης επιστρέφει στη Συκιά του νομού Λακωνίας από το καλοκαίρι του 1959 και για εννιά συνεχόμενα χρόνια μετά το κλείσιμο των σχολείων και μέχρι το άνοιγμά τους τον Σεπτέμβριο.  «Δεν βρίσκω τίποτε πιο βαρετό από το να ακούς ή να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου, πρέπει πράγματι να τον αγαπάς πολύ για να το αντέξεις. Δεν είχα καμιά διάθεση να διηγηθώ εδώ τα δικά μου παιδικά χρόνια, παρά τόσο μόνο όσο χρειαζόταν για να αποτυπωθεί το χνάρι αυτού του αιωνόβιου, χτεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου κόσμου. Αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας –δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά–, αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων μου ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή», γράφει. Το βιβλίο «Στ’ αμπέλια» του Σταύρου Ζουμπουλάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

    29 min
  4. 29 May

    «Νόκερ»: Ο Ακύλλας Καραζήσης διαβάζει το πιο δυνατό διήγημα του «Γκιακ»

    Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Ακύλλας Καραζήσης διαβάζει το «Νόκερ» από τη συλλογή διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου «Γκιακ» που εκδόθηκε το 2014 και απέσπασε το Βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών (2015) και Το Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας του περιοδικού «Αναγνώστης» (2015). «Γκιακ» θα πει αίμα, δεσμός συγγένειας, φόνος για λόγους εκδίκησης, φυλή. Οι ήρωες στα εννιά διηγήματα του Παπαμάρκου, στρατιώτες που πολέμησαν στα άγρια πεδία των μαχών στη Μικρά Ασία, επιστρέφουν οριστικά αλλαγμένοι στον τόπο τους, στη Λοκρίδα. Καθορισμένοι από ό,τι οφείλουν να κάνουν για την τιμή της κοινότητας, σύμφωνα με τον βαρύ νόμο του αίματος στο αυστηρό εθιμικό δίκαιο της κλειστής κοινωνίας τους, γίνονται θύτες και είναι ταυτοχρόνως θύματα. Αποσιωπημένα εγκλήματα και τραύματα, καταστροφή και αφανισμός, βιασμοί και δολοφονίες, στοιχειά και δαίμονες, ηθικές δοκιμασίες∙ ιστορίες ανομολόγητων πράξεων στην προφορική γλώσσα του ρουμελιώτικου ιδιώματος, που εν τέλει οδηγούν, έστω βίαια, τους ήρωες σε σύγκρουση με την κοινότητά τους και στην αναθεώρηση της ταυτότητάς τους. O Δημοσθένης Παπαμάρκος αξιοποιεί τη λογοτεχνική δύναμη της προφορικότητας και της παράδοσης για να οικοδομήσει μια μοντέρνα σύνθεση. Τα διηγήματα του «Γκιακ» συγκροτούν προοδευτικά μια ενιαία εικόνα, σαν θραύσματα ενός μυθιστορήματος που φωτίζει λοξά μια καθοριστική στιγμή της ελληνικής ιστορίας. «Η ιστορία του “Νόκερ”, μια αφήγηση της αυτοεξορίας στο Σικάγο των ΗΠΑ του Αργύρη Δέδε, βετεράνου όλων των πολέμων των αρχών του 20ού αιώνα, με τελευταίο αυτόν της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο οποίος, αν και επιστρέφει σαν ήρωας στο χωριό του, καταλήγει απόβλητος από τους οικείους του ως μιασμένος από το αίμα του φόνου, θα πελαγοδρομήσει “μάλα πολλά” μέχρι να ολοκληρώσει τον νόστο της στο χαρτί. Έκτοτε δεν θα την επισκεφθώ ξανά στην ολότητά της, θα ξεχάσω πολλές από τις λεπτομέρειές της, ο Αργύρης θα αποδημήσει για μια ακόμη φορά σε μια απρόσιτη “ήπειρο”», σημειώνει ο συγγραφέας. Με αφορμή την ανάγνωση του «Νόκερ», έντεκα χρόνια μετά τη συγγραφή του διηγήματος, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος γράφει: «Το διήγημα “Νόκερ” είναι το τελευταίο από τα εννιά που περιλαμβάνονται στη συλλογή “Γκιακ”. Είναι όμως και το τελευταίο που γράφτηκε, στις 24 Οκτωβρίου του 2014, σχεδόν ενάμιση μήνα πριν από την πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου, στις 8 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Από τα παραπάνω είναι εύλογο να υποθέσει κανείς πως ήταν μια προσθήκη της τελευταίας στιγμής, ένα κείμενο που γράφτηκε υπό την επιρροή μιας όψιμης αναλαμπής έμπνευσης. Μια τέτοια υπόθεση δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Είναι το πρώτο διήγημα του “Γκιακ” που συλλαμβάνω ως ιδέα, με εξαίρεση το “Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί”, το “Μπουκουμπάρδια” και την “Παραλογή”, που είχαν ήδη γραφτεί καιρό νωρίτερα. Ιδέα ακόμα αδιαμόρφωτη, τίποτα παραπάνω από ένας τίτλος σημειωμένος πρόχειρα σε ένα μπλοκάκι· “ο λιποτάκτης”. Στους μήνες που θα μεσολαβήσουν έως τη συγγραφή του, κι ενώ παράλληλα γράφω τα άλλα διηγήματα του “Γκιακ”, θα επισκέπτομαι συχνά αυτό το κρυπτικό σημείο προσπαθώντας να το αναπτύξω, να σχεδιάσω μια γραμμή με αυτή την αφετηρία. Κάπου στα τέλη Μαΐου του 2025, η Αργυρώ Μποζώνη θα επικοινωνήσει μαζί μου και θα μου προτείνει την ιδέα του Μιχάλη Μιχαήλ για μια ανάγνωση του “Νόκερ” για τις video Αναγνώσεις της LiFO από τον Ακύλλα Καραζήση. Θα συμφωνήσω, και μερικές μέρες μετά, σε μια καφετέρια στο Παγκράτι, θα συναντήσω για πρώτη φορά τον Ακύλλα. Θα κουβεντιάσουμε για ώρες και όταν έρθει η στιγμή να αποχαιρετιστούμε, θα συνειδητοποιήσουμε πως δεν μιλήσαμε σχεδόν καθόλου για το διήγημα. Δεν είχε καμία σημασία, γιατί αυτό είχε εκπληρώσει από πριν τον σκοπό του· να έρθουν κοντά δυο άνθρωποι “συγγενείς”. Λίγο αργότερα, στα τέλη Ιουλίου, θα μπούμε μαζί στο στούντιο και από μια γωνιά θα τον παρακολουθήσω να αφηγείται την ιστορία του Αργύρη Δέδε με την αβίαστη φυσικότητα μιας βιωμένης εμπειρίας. Έντεκα χρόνια μετά τη συγγραφή του διηγήματος, θα μου χαριστεί η ευκαιρία να ξαναμπώ στον κόσμο του χωρίς την αμηχανία −και αγωνία− που με καταλαμβάνει όταν επανεπισκέπτομαι δικά μου γραπτά και, συγχωρέστε με που θα το πω, να απολαύσω την εξιστόρηση. Γιατί με τον τρόπο του ο Ακύλλας θα “οικειοποιηθεί” το κείμενό μου και θα πλέξει ένα νέο υφαντό με το νήμα της αφήγησής μου. Ελπίζω κι εσείς να απολαύσετε την ακρόαση εξίσου. Εγώ θέλω να πω μόνο κάτι τελευταίο. Μιχάλη, Αργυρώ και Ακύλλα, ευχαριστώ». Πληροφορίες:   Γκιακ Διηγήματα του Δημοσθένη Παπαμάρκου Βραβείο λογοτεχνικού περιοδικού "Ο Αναγνώστης" - Διηγήματα-Νουβέλες Βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη - Ακαδημία Αθηνών   Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

    1hr 3min
  5. 29 May

    Πέντε σονέτα του Σαίξπηρ

    H Δήμητρα Βλαγκοπούλου, ο Άρης Μπαλής, ο Μιχάλης Σαράντης, η Μαρία Σκουλά και η Πηνελόπη Τσιλίκα διαβάζουν πέντε σονέτα του Σαίξπηρ σε μετάφραση  Ερρίκου Σοφρά. Το 1609, ο Σαίξπηρ ήταν 45 ετών· τότε τυπώθηκαν 154 σονέτα που έγραψε ενώ είχαν προηγηθεί τριάντα θεατρικά έργα και δυο εκτενή αφηγηματικά ποιήματα. Καλύπτοντας θέματα όπως το πέρασμα του χρόνου, η θνητότητα, ο έρωτας, η ομορφιά, η απιστία και η ζήλια, τα πρώτα 126 σονέτα του απευθύνονται σε έναν ευγενή ωραίο νέο και τα τελευταία 28 σε μια γυναίκα - μια μυστηριώδη «σκοτεινή κυρία».  Στην εισαγωγή των «Σονέτων» (εκδόσεις Αντίποδες) ο μεταφραστής Ερρίκος Σοφράς, ανάμεσα σε άλλα, σημειώνει: «Μολονότι δεν είναι σαφές αν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ο Σαίξπηρ στα δεκατετράστιχα είναι υπαρκτά, ωστόσο οι σχέσεις ανάμεσά τους είναι τόσο σκοτεινές και κρυπτικές, μα και η ιστορία αχνοφαίνεται τόσο ελλιπής, που δύσκολα γίνεται πιστευτόπώς τα εμπνεύστηκε για καλλιτεχνικούς λόγους. Η ίδια η αδεξιότητα και η ασάφεια της αφήγησης, η θρυμματισμένη συνέχειά της, είναι ισχυρό επιχείρημα πως τα Σονέτα αγγίζουν ένα αληθινό βίωμα, πως είναι «ποιήματα που, παρά τις αλλεπάλληλες επιστρώσεις από τόνους φωνής και δραματοποιημένου αισθήματος, έχουν την πυκνότητα και την πλαγιότητα των ποιημάτων εκείνων που έχουν στην εμπειρία και όχι στο λογοτεχνικό πειραματισμό. Οι εμπειρίες του έρωτα και της φιλίας, όπως παρουσιάζονται στα “Σονέτα”, είναι αποκαρδιωτικές: απογοήτευση και χωρισμοί, αποξένωση και αυτοκατάκριση. Ο τελικός θρίαμβος του θανάτου μα και του χρόνου που φεύγει σαν άμμος μέσα απ’ τα δάχτυλα είναι πολύ αισθητός. Μόνο σ’ ένα υπερβατικό, ιδεαλιστικό επίπεδο και με την πίστη στη διάρκεια της ποίησης προβάλλεται μια καταφατική στάση που αντιζυγίζει την απελπισία του ποιητή.  Οι θύελλες του πάθους στα ποιήματα είναι απούσες. Αντί γι’ αυτές παρατηρείται μια εκλεπτυσμένη ανάλυση του αισθήματος ταιριαστή με τις τεχνικές της ρητορικής και το φιλοσοφικό στοχασμό. Το αθάνατο νήμα που διατρέχει τα 154 ποιήματα είναι το θέμα της ανθρώπινης αγάπης αλλά και η πάλη του ερωτευμένου ποιητή με τον άστοργο χρόνο του ανθρώπου που αγαπά: “And, all in war with Time for love of you” / “Για την αγάπη σου μάχομαι εγώ το Χρόνο” (15.13). Ο Γ.Χ. Ώντεν παρατηρεί: “Είναι πολύ ισχυρό εδώ το βίωμα του Χρόνου ως διαρκούς παρουσίας, που κρίνει παρελθόν και μέλλον και αντιπαραβάλλεται με την εμπειρία ενός εξωτερικού κόσμου που ολοένα αλλάζει. Έτσι η ομορφιά που χάνεται απαθανατίζεται στην τέχνη” (“Lectures on Shakespeare”, Princeton University Press 2002, σ. 91). Τα “Σονέτα” είναι ποιήματα λατρείας, απόλυτης αφοσίωσης, τέλειας απόγνωσης, όπου το εγώ των ποιημάτων, ο λυρικός ομιλητής, λαχταρά, απογοητεύεται, εκλιπαρεί, ταπεινώνεται, νοσταλγεί, σπαράσσεται. Ο Σαίξπηρ υμνεί την ωραιότητα του φίλου του, αν και ξέρει πως θα ξεθωριάσει· βεβαιώνει για την ακεραιότητά του γνωρίζοντας πως είναι πρόσκαιρη· εγκωμιάζει την τιμιότητα και το κάλλος μιας γυναίκας που δεν είναι ούτε ενάρετη ούτε όμορφη· δε σταματά να παραδέχεται τη διχασμένη και ασήμαντη ζωή του.  Κι όμως, σ’ ένα σύμπαν φθοράς, έχοντας επίγνωση πως όλα είναι λειψά και λίγα, αποζητά επίμονα κάτι που θα διαρκέσει μετασχηματίζοντας τον πόνο, την αδυναμία και το εύθραυστο του έρωτα σε πρωτάκουστη μουσική και πυκνό νόημα».

    7 min
  6. 29 May

    Η Ράνια Οικονομίδου διαβάζει ένα διήγημα της Πατρίσια Χάισμιθ

    Από το βιβλίο της Πατρίσια Χάισμιθ «Γάτες - Τρία διηγήματα, τρία ποιήματα, ένα δοκίμιο και επτά σχέδια» (Άγρα) η Ράνια Οικονομίδου επέλεξε το διήγημα «Η μεγαλύτερη λεία του Μινγκ» σε μετάφραση Ανδρέα Αποστολίδη. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη ζωή μιας χαϊδεμένης γάτας, του Μινγκ, που ζει με την ιδιοκτήτριά του Ελέιν μια ζωή προνομιούχα, μακριά από την αγριότητα της ζωής στους δρόμους και τα pet shops. Όταν στη ζωή της ιδιοκτήτριάς του εμφανίζεται ο ζηλιάρης και διεκδικητικός εραστής της Τέντι, οι δυναμικές αλλάζουν. Μεταξύ του Τέντι και του Μινγκ υπάρχει απέχθεια, ο ένας προσπαθεί να ξεγελάσει τον άλλον, με αποκορύφωμα την απόπειρα του Τέντι να πετάξει τον Μινγκ στη θάλασσα. Εκείνος καραδοκεί, περιμένοντας την ευκαιρία να εκδικηθεί τον Τέντι, πεπεισμένος ότι δεν αγαπά την Ελέιν. Η ανταγωνιστική, εχθρική σχέση τους θα φτάσει στα άκρα.  Η Πατρίσια Χάισμιθ γράφει μια ιστορία με όλα τα χαρακτηριστικά ενός ερωτικού τριγώνου. Ο Μινγκ είναι ο αφηγητής και αυτός που δίνει λύση, παίζοντας κρίσιμο ρόλο στην τελική έκβαση.        Πρόκειται για μία από τις τρεις ιστορίες του βιβλίου, στο οποίο βλέπουμε τη στενή σχέση της συγγραφέως με τα τετράποδα, με τα οποία μοιράστηκε τη ζωή της: τα έβλεπε ως πιο αξιοπρεπείς και ειλικρινείς συντρόφους σε σύγκριση με τους ανθρώπους, τους οποίους συχνά δυσκολευόταν να καταλάβει. Έζησε με πολλές γάτες κατά τη διάρκεια της ζωής της και αυτές υπήρξαν σταθερό στοιχείο στο έργο και στην τέχνη της: εμφανίζονται συχνά στα διηγήματα, στα ποιήματα και στα σκίτσα της. Η δημιουργός των πιο σαγηνευτικών αντιηρώων παραμένει ακόμα και σήμερα, παρά την έκδοση των πολύ διαφωτιστικών ημερολογίων της, ένα άλυτο, τρομακτικό αίνιγμα, συναρπαστικό και απωθητικό ταυτόχρονα. Η πιο ευαίσθητη περιοχή αυτού του αινιγματικού χαρακτήρα βρίσκεται στη σχέση της με τις γάτες, καθώς πίστευε ότι προσέφεραν ένα είδος συντροφικότητας, ήρεμο, χωρίς απαιτήσεις, ιδανικό για τη φαντασία ενός συγγραφέα. Μακριά από την ανθρώπινη κοινωνικότητα, οι γάτες τής επέτρεψαν να λειτουργεί δημιουργικά – μάλιστα, όταν τις σχεδίαζε, τις θεωρούσε ως ένα «περιπατητικό, κοιμισμένο, συνεχώς μεταβαλλόμενο έργο τέχνης». Οι γάτες ήταν πάντα κοντά της, κοιμούνταν δίπλα της ή πάνω στο γραφείο της όσο δούλευε. «Προσφέρουν στους συγγραφείς κάτι που οι ανθρώπινες συναναστροφές είναι αδύνατο να τους δώσουν: διακριτική συντροφιά που δεν απαιτεί ανταλλάγματα, ειρηνική και ανήσυχη σαν την ακύμαντη θάλασσα», έλεγε. Ο συγγραφέας και μεταφραστής Paul Ingendaay γράφει: «Αν ποτέ γραφόταν η ιστορία των φιλόζωων της λογοτεχνίας, η Πατρίσια Χάισμιθ δεν θα κατακτούσε απλώς μια θέση ανάμεσά τους αλλά θα στεκόταν ισάξια πλάι σε δημιουργούς όπως ο Φραντς Κάφκα, ο Τζακ Λόντον, ο Ελίας Κανέτι και ο Τζ. Μ. Κουτσί, αποτελώντας μια εξέχουσα εκπρόσωπο του είδους. Σε αντίθεση με τη σκληρή μεταχείριση που επιφυλάσσει στις προσωπικές της σημειώσεις για τους ανθρώπους, τα ζώα χαίρουν άκρας εκτίμησης. Πρόκειται για σεβασμό που πηγάζει από τη γνώση και την εξοικείωση και όχι από συναισθηματικά κίνητρα». Η Πατρίσια Χάισμιθ, που περιγράφει τις γάτες ως πηγές διακριτικής συντροφιάς η οποία δεν απαιτεί ανταλλάγματα, και υπήρξαν οι πιο πιστοί σύντροφοι στη ζωή της, μοιράζεται την ίδια πεποίθηση με τη Ράνια Οικονομίδου, που δεν είναι απλώς φιλόζωη αλλά ένα πρόσωπο που θεωρεί την παρουσία των ζώων στη ζωή της αναντικατάστατη και κάθε φορά δημιουργεί μια ισότιμη σχέση μαζί τους, κατανοώντας με σεβασμό τη διαφορετική τους προσωπικότητα και τη μυστηριώδη φύση τους.

    30 min
  7. 29 May

    Ο Χάρης Φραγκούλης διαβάζει τρία Σονέτα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ

    18. Σε μέρα θερινή πώς να σε βάλω πλάι; Την ξεπερνάς σε ομορφιά, σ’ απαλοσύνη∙  Σκορπίζει ο άνεμος τα πέταλα του Μάη, Λίγο διαρκεί το καλοκαίρι κι αργοσβήνει. Το μάτι τ’ ουρανού κάποτε φλόγες βγάζει Κι είναι συχνά θαμπό τ’ ολόχρυσό του χρώμα∙  Ό, τι είναι όμορφο απ’ την ομορφιά του αδειάζει, Στου κύκλου τα γυρίσματα πέφτει στο χώμα. Αιώνιο θα ’ναι το δικό σου καλοκαίρι, Θα σου ανήκει πάντοτε η ομορφιά σου, Μες στη σκιά του ο Θάνατος δε θα σε φέρει, Σ’ αιώνιες γραμμές φέγγει η συνέχειά σου.          Όσο οι ανθρώποι ζουν, το μάτι όσο αντικρίζει,          Θα ζει το ποίημα αυτό ζωή να σου χαρίζει.    20   Γυναίκας πρόσωπο βαμμένο από τη φύση∙ Κύριος κυρία είσαι, πάθος σε καλώ∙ Αβρή καρδιά γυναίκας, που όμως δε γνωρίζει Ν’ αλλάζει ολοένα τρόπους και μυαλό. Το μάτι πιο αστραφτερό από εκείνες έχεις, Πιο σταθερό, χρυσό σκορπάει σ’ ό,τι κι αν δει∙ Με όψη άντρα, τις όψεις ολωνών ελέγχεις, Κλέβεις αντρών ματιές και γυναικών ψυχή. Γυναίκα να ’σαι η φύση σ’ είχε πρωτοπλάσει, Κι έτσι όπως σ’ έφτιαχνε σ’ αγάπησε τρελά, Και τότε εμένα θέλοντας να ξεγελάσει Πρόσθεσε κάτι άχρηστο για τα καλά. Μ’ αυτό, οι γυναίκες σε ζητούνε ολοένα∙ Δίνε ηδονή σ’ αυτές, αγάπη όμως σε μένα.   29   Όταν η Τύχη με χτυπά και οι ανθρώποι. Όταν διωγμένος και κατάμονος θρηνώ, Βγάζω κραυγές προς την ουράνια μετόπη, Τη μοίρα βλαστημώ, με βλέπω και πονώ, Διψώντας να ’χω στη ζωή πλούσιες ελπίδες, Τους φίλους του ενός και του άλλου τη μορφή, Την τέχνη εκείνων, του μυαλού τους τις βαθμίδες, Κι ό, τι έδινε χαρά, τώρα χαρά στυφή∙ Κι όπως σχεδόν περιφρονώ τον εαυτό μου, Σε συλλογίζομαι, και τότε αρχινώ,  Σαν τον κορυδαλλό μπρος στην πύλη του έβδομου Ουρανού, να τραγουδώ ύμνο εωθινό.  Η σκέψη του έρωτά σου με πλουτίζει μόνο. Τη μοίρα μου δε θ’ άλλαζα ούτε με θρόνο.

    4 min
4.7
out of 5
41 Ratings

About

Λογοτεχνικά έργα σε νέες ηχογραφήσεις της LIFO και ηχητικά ντοκουμέντα που έρχονται ξανά στο φως.

You Might Also Like