Ο διαπρεπής ακαδημαϊκός Χρίστος Παπαδημητρίου μιλά για την τεχνητή νοημοσύνη, τη συγκέντρωση ισχύος στουςτεχνολογικούς κολοσσούς και το μέλλον του «Αρχιμήδη», του ερευνητικού ινστιτούτου ΤΝ στην Ελλάδα. Η Ντίνα Καράτζιου συζητά με τον Χρίστο Παπαδημητρίου, έναν από τους σημαντικότερους θεωρητικούς επιστήμονες υπολογιστών διεθνώς, καθηγητή στο ΠανεπιστήμιοΚολούμπια, μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών και της Ακαδημίας Αθηνών, για τη μεγάλη τομή της τεχνητής νοημοσύνης και τα ερωτήματα που ανοίγει για την ανθρωπότητα, τη δημοκρατία, τη γνώση, την εργασία και τη συγκέντρωση ισχύος στα χέρια τεχνολογικών κολοσσών. Μιλώντας για το ποιος πραγματικά κατέχει την τεχνητή νοημοσύνη, ο Χρίστος Παπαδημητρίου θέτει με αιχμηρό τρόπο το ζήτημα της ιδιοποίησης μιας παγκόσμιας επιστημονικής και πνευματικής κατάκτησης. Όπως λέει, «η ΑΙ η ίδια είναι το δημιούργημα της ευφυΐας δεκάδων χιλιάδων ερευνητών σε δημόσια πανεπιστήμια», με έρευνα που χρηματοδοτήθηκε από τα κράτη και τους φορολογουμένους. Και αναρωτιέται: «Με ποιο δικαίωμα οι γίγαντες της τεχνητής τοημοσύνης ιδιοποιήθηκαν τον κόπο και τον ιδρώτα χιλιάδων ερευνητών και είπαν, “ευχαριστούμε πολύ, τώρα που το λύσατε είναι δικό μας”;». Υπογραμμίζει ότι οι τεχνολογικοί κολοσσοί δεν σφετερίστηκαν μόνο μια μεγάλη επιστημονική κατάκτηση αλλά και «το σύνολο της πνευματικής μας κληρονομιάς», αφού τα γλωσσικά μοντέλα έμαθαν να μιλούν διαβάζοντας «ό,τι έχει γραφεί, ό,τι έχει λεχθεί και ό,τι έχει συμβεί σε όλη μας τη ζωή». Το σύνολο της παγκόσμιας πνευματικής κληρονομιάς και της παγκόσμιας δραστηριότητας,σημειώνει, είναι αυτό στο οποίο «οφείλουν τη σοφία τους τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης», Στο ερώτημα για το ρυθμιστικό πλαίσιο και τους κανόνες, η απάντησή του είναι αποκαλυπτική: «Η γάτα έχει βγει από το σακούλι». Και γίνεται ακόμη πιο αιχμηρός όταν περιγράφει ποιοι κρατούν σήμερα στα χέρια τους το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης: «Τρία παλικάρια στην Καλιφόρνια, ο Τραμπ και ο Σι, δηλαδή ό,τι χειρότερο υπάρχει στον πλανήτη», λέει εμφατικά. Στη συζήτηση ανοίγει και το κεφάλαιο του «Αρχιμήδη», του ερευνητικού ινστιτούτου τεχνητής νοημοσύνης πουδημιουργήθηκε στην Ελλάδα με τη συμβολή του Χρίστου Παπαδημητρίου και δύο ακόμα διαπρεπών ακαδημαϊκών, του Κωνσταντίνου Δασκαλάκη και του Τίμου Σελλή. Ο ίδιος περιγράφει ένα εγχείρημα με διεθνή δυναμική που αντί ναστηριχθεί ως εθνική επένδυση στην έρευνα, βρέθηκε αντιμέτωπο με γραφειοκρατικές εμπλοκές, περιορισμένους πόρους, αιφνίδια συντόμευση του προγράμματος και μιαασφυκτική παράταση για την απορρόφηση των κονδυλίων. Συγκρίνοντας την Ελλάδα με τη Βουλγαρία, σημειώνει ότι η γειτονική χώρα επένδυσε 85 εκατομμύρια ευρώ στο δικό της όραμα για την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ ο «Αρχιμήδης»εξασφάλισε 22 εκατομμύρια από το Ταμείο Ανάκαμψης, «με μηδέν επένδυση από την ελληνική κυβέρνηση». Παράλληλα, περιγράφει τις δυσκολίες της καθημερινής λειτουργίας: «Έχουμε πάνω από 50 υποψήφιους διδάκτορες και έπρεπε να τους πάρουμε ένα λάπτοπ. Η προμήθεια των λάπτοπ αυτών των φοιτητών είναι ακόμη στα δικαστήρια». Παρά τις αντιξοότητες, όπως λέει, οι ερευνητές «έχουν κάνει θαύματα». Ωστόσο, προειδοποιεί ότι, χωρίς άμεση και συγκεκριμένη στήριξη, ο «Αρχιμήδης» θα αναγκαστεί να απολύσει εξαιρετικούς επιστημονικούς συνεργάτες, καθηγητές σε ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, οι οποίοι επιβλέπουν τις διατριβές περισσότερων από 50 υποψήφιων διδακτόρων, να σταματήσει την εκπαίδευση νέων Ελλήνωνδιδακτόρων και να περάσει σε μια φάση απλής επιβίωσης μέσω συμβάσεων με οργανισμούς και ιδιωτικές εταιρείες. «Υπάρχουν προς το παρόν μόνο υποσχέσεις, χωρίς τίποτα συγκεκριμένο», τονίζει. Όπως εξηγεί, ο «Αρχιμήδης» χρειάζεται περίπου 2 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο γιατα επόμενα έξι χρόνια, περίπου το ένα τέταρτο από όσα δίνει κάθε χρόνο η Βουλγαρία στο δικό της ινστιτούτο, ώστε να συνεχίσει το έργο του, το οποίο, όπως λέει, «έχει αλλάξει το τοπίο της έρευνας στην τεχνητή νοημοσύνη στην Ελλάδα».