Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα

Γεωργια Αγγελή

Ηχητικά θεατρικά έργα

  1. ⚖️ Δύο δίκες της ψυχής απέναντι στο βλέμμα και την αόρατη καταδίκη του ανθρώπου μας Σαρτρ και Κάφκα

    1 day ago

    ⚖️ Δύο δίκες της ψυχής απέναντι στο βλέμμα και την αόρατη καταδίκη του ανθρώπου μας Σαρτρ και Κάφκα

    00:00:00 Πρόλογος 00:01:30 «Κεκλεισμένων των Θυρών» του Ζαν Πωλ Σαρτρ 00:57:05 «Η Δίκη» του Φραντς Κάφκα 02:42:00 Επίλογος Δύο από τα σημαντικότερα έργα του 20ού αιώνα, το «Κεκλεισμένων των Θυρών» του Ζαν Πωλ Σαρτρ και «Η Δίκη» του Φραντς Κάφκα, συναντιούνται σε έναν κοινό υπαρξιακό τόπο: την αγωνία του ανθρώπου που βρίσκεται κατηγορούμενος. Όχι απαραίτητα μπροστά σε ένα πραγματικό δικαστήριο, αλλά μπροστά στην κοινωνία, στους άλλους και τελικά στον ίδιο του τον εαυτό. Ο Σαρτρ γράφει το «Κεκλεισμένων των Θυρών» το 1944, δημιουργώντας μια από τις πιο δυνατές θεατρικές αλληγορίες του υπαρξισμού. Η κόλασή του δεν έχει φωτιά, τέρατα ή σωματικά βασανιστήρια. Είναι ένα απλό δωμάτιο, όπου τρεις νεκροί άνθρωποι αναγκάζονται να συνυπάρξουν αιώνια. Ο Γκαράν, η Ινές και η Εστέλ περιμένουν τον βασανιστή τους, μέχρι να ανακαλύψουν τη φρικτή αλήθεια: ο ένας είναι η τιμωρία του άλλου. Ο Γκαράν είναι ένας άντρας που θέλει να πιστέψει πως υπήρξε γενναίος, ενώ μέσα του φοβάται την αλήθεια της δειλίας του. Δεν τον βασανίζει τόσο αυτό που έκανε, όσο η εικόνα που θα έχουν οι άλλοι για εκείνον. Η ανάγκη του να δικαιωθεί γίνεται η ίδια του η φυλακή. Η Ινές είναι η πιο σκληρή και ίσως η πιο ειλικρινής παρουσία του έργου. Δεν κρύβεται πίσω από δικαιολογίες. Αναγνωρίζει τη σκοτεινή πλευρά της και κοιτάζει κατάματα αυτό που οι άλλοι αρνούνται. Γίνεται όμως αμείλικτη, γιατί χρησιμοποιεί την αλήθεια σαν όπλο. Η Εστέλ, αντίθετα, ζει μέσα στην άρνηση. Χρειάζεται την επιβεβαίωση των άλλων για να αισθανθεί ότι υπάρχει. Χωρίς θαυμασμό, χωρίς βλέμμα, χάνει την ταυτότητά της. Ο Σαρτρ μέσα από αυτή δείχνει τον άνθρωπο που έχει χτίσει ολόκληρη την ύπαρξή του πάνω στην εικόνα και όχι στην ουσία. Η περίφημη φράση του έργου «η κόλαση είναι οι άλλοι» δεν σημαίνει πως οι άνθρωποι γύρω μας είναι καταδικαστικά εχθροί μας. Σημαίνει πως όταν παραδίδουμε την αξία μας αποκλειστικά στην κρίση τους, τότε γινόμαστε αιχμάλωτοι του βλέμματός τους. Αν ο Σαρτρ κλείνει τον άνθρωπο σε ένα δωμάτιο με τους άλλους, ο Κάφκα στη «Δίκη» τον αφήνει μόνο μέσα σε έναν ολόκληρο κόσμο που έχει μετατραπεί σε φυλακή. Ο Γιόζεφ Κ., ένας απλός τραπεζικός υπάλληλος, ξυπνά ένα πρωί και πληροφορείται ότι κατηγορείται. Δεν μαθαίνει ποτέ για ποιο έγκλημα. Δεν φυλακίζεται, όμως από εκείνη τη στιγμή δεν είναι πια ελεύθερος. Η αόρατη κατηγορία εισβάλλει στη ζωή του και σταδιακά την καταλαμβάνει. Περιπλανιέται σε γραφεία, διαδρόμους και σκοτεινές αίθουσες αναζητώντας απαντήσεις από δικηγόρους, υπαλλήλους και ανθρώπους που μοιάζουν να γνωρίζουν κάτι περισσότερο από εκείνον. Κανείς όμως δεν του αποκαλύπτει την αλήθεια. Το δικαστήριο του Κάφκα δεν έχει πρόσωπο. Είναι ένας μηχανισμός που υπάρχει παντού και πουθενά. Η τραγωδία του Γιόζεφ Κ. δεν είναι μόνο ότι κατηγορείται άδικα. Είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει να αποδέχεται τον ρόλο του κατηγορούμενου. Η εξουσία πετυχαίνει την πιο μεγάλη της νίκη όταν ο άνθρωπος εσωτερικεύει την ενοχή που του επιβάλλεται. Γραμμένη το 1914, σε μια Ευρώπη γεμάτη γραφειοκρατικούς μηχανισμούς και απρόσωπες δομές εξουσίας, «Η Δίκη» προφητεύει τον άνθρωπο του σύγχρονου κόσμου: έναν άνθρωπο που συχνά αισθάνεται ότι αξιολογείται, παρακολουθείται και κρίνεται χωρίς να γνωρίζει από ποιον. Τα δύο έργα συναντιούνται σε ένα βαθύ φιλοσοφικό ερώτημα: ποιος τελικά μας καταδικάζει; Στον Σαρτρ είναι το βλέμμα των άλλων όταν το αφήνουμε να καθορίσει την ύπαρξή μας. Στον Κάφκα είναι ένας αόρατος μηχανισμός που μας πείθει πως πρέπει διαρκώς να απολογούμαστε. Ο Γκαράν ζητά μια αθώωση που δεν μπορεί να πάρει. Η Εστέλ ζητά μια επιβεβαίωση που δεν μπορεί να τη σώσει. Ο Γιόζεφ Κ. ζητά μια εξήγηση που δεν θα έρθει ποτέ. Και οι δύο δημιουργοί, με διαφορετικό τρόπο, καταλήγουν στην ίδια μεγάλη προειδοποίηση: η μεγαλύτερη φυλακή του ανθρώπου δεν έχει πάντα πόρτες και κλειδιά. Χτίζεται τη στιγμή που χάνει την ελευθερία της συνείδησής του. Ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει την κρίση των άλλων και την αδικία του κόσμου. Εκείνο που δεν πρέπει ποτέ να κάνει είναι να παραδώσει ο ίδιος την απόφαση για το ποιος είναι. Στοχασμός Η πιο δύσκολη δίκη της ζωής δεν είναι πάντα εκείνη που γίνεται μπροστά σε δικαστές. Είναι εκείνη όπου ο άνθρωπος καλείται να σταθεί απέναντι στον εαυτό του και να αποφασίσει αν θα ζήσει ως ένοχος μιας κατηγορίας που του επέβαλαν ή ως ελεύθερη ύπαρξη που γνωρίζει την αλήθεια της. «Κεκλεισμένων των Θυρών» του Ζαν Πωλ Σαρτρ 🚪 Μετάφραση - ραδιοσκηνοθεσία: Γρηγόρης Γρηγορίου Ακούγονται οι ηθοποιοί: Χρήστος Δοξαράς, Χρήστος Τσάγκας, Άννυ Πασπάτη, Αγνή Βλάχου «Η Δίκη» του Φραντς Κάφκα Ακούγονται οι ηθοποιοί: Μάκης Ρευματάς, Βασίλης Ανδρονίδης, Ντίνα Γιαννακού, Αλίκη Γκούμα, Μαρία Ζαφειράκη, Θόδωρος Ζιζίκος, Νάσος Κεδράκας, Λάμπρος Κοτσίρης, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Γιώργος Πέτρου, Χρήστος Νάτσιος, Καίτη Μητροπούλου, Παύλος Λιάρος, Ζέτα Κονδύλη, Νάντια Χωραφά, Δημήτρης Μαλαβέτας, Ορέστης Ραυτόπουλος, Φραντζέσκα Αλεξάνδρου, Στέλλα Γερμενή, Γιώργος Μπέλλος, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Γιώργος Μετσόλης, Σταύρος Ξενίδης, Σπύρος Ολύμπιος, Βίκτωρ Παγουλάτος, Κώστας Ρήγας, Λουκιανός Ροζάν, Καίτη Τριανταφύλλου 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    2h 45m
  2. 🗣️ Άνθρωποι και ποντίκια Τζον Στάινμπεκ: Όταν το όνειρο συντρίβεται σ’ έναν κόσμο χωρίς έλεος 👁️

    2 days ago

    🗣️ Άνθρωποι και ποντίκια Τζον Στάινμπεκ: Όταν το όνειρο συντρίβεται σ’ έναν κόσμο χωρίς έλεος 👁️

    Το «Άνθρωποι και Ποντίκια» του Τζον Στάινμπεκ δεν είναι απλώς η ιστορία δύο περιπλανώμενων εργατών στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης. Είναι μια μικρή ανθρώπινη τραγωδία, όπου μέσα από την απλότητα της αφήγησης αποκαλύπτεται ένα από τα πιο σκληρά ερωτήματα της ύπαρξης: τι συμβαίνει στους ανθρώπους που γεννιούνται ευάλωτοι μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο για τους δυνατούς; Στην Καλιφόρνια της δεκαετίας του 1930, μετά το οικονομικό κραχ του 1929, χιλιάδες εργάτες γης μετακινούνται από τόπο σε τόπο αναζητώντας ένα μεροκάματο. Ανάμεσά τους βρίσκονται ο Τζορτζ Μίλτον και ο Λένι Σμολ, δύο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί, αλλά δεμένοι με μια σπάνια φιλία. Ο Τζορτζ είναι μικρόσωμος, πρακτικός, έξυπνος και έχει μάθει να επιβιώνει. Ο Λένι είναι σωματικά πανίσχυρος, αλλά με την ψυχή και την αντίληψη ενός παιδιού. Δεν κατανοεί τον κίνδυνο, δεν αντιλαμβάνεται τη δύναμή του και η ανάγκη του να αγγίζει ό,τι του φαίνεται απαλό και όμορφο γίνεται η τραγική του αδυναμία. Οι δυο τους κουβαλούν ένα όνειρο που επαναλαμβάνεται σαν προσευχή: μια μικρή φάρμα, λίγη γη, ζώα, ελευθερία. Έναν τόπο όπου κανείς δεν θα τους διώχνει, κανείς δεν θα τους διατάζει, κανείς δεν θα τους θεωρεί αναλώσιμους. Όμως ο Στάινμπεκ γνωρίζει πως στην πραγματικότητα που περιγράφει, τα όνειρα των φτωχών είναι συχνά πιο εύθραυστα από τους ίδιους. Η σχέση του Τζορτζ και του Λένι είναι η καρδιά του έργου. Ο Τζορτζ δεν είναι άγιος. Κουράζεται, θυμώνει, πολλές φορές σκέφτεται πόσο ευκολότερη θα ήταν η ζωή του χωρίς το βάρος της ευθύνης. Κι όμως μένει. Γιατί ο Λένι είναι το κομμάτι εκείνο της ύπαρξής του που τον κρατά άνθρωπο. Χωρίς εκείνον θα ήταν ένας ακόμα μοναχικός εργάτης που δουλεύει, πληρώνεται, ξοδεύει τα χρήματα και συνεχίζει χωρίς σκοπό. Ο Λένι από την άλλη είναι από τις πιο τραγικές μορφές της λογοτεχνίας. Δεν καταστρέφεται επειδή είναι κακός, αλλά ακριβώς επειδή είναι αθώος. Η τεράστια δύναμή του βρίσκεται φυλακισμένη μέσα σε μια παιδική συνείδηση. Αγαπά τόσο πολύ τα απαλά και ευαίσθητα πράγματα που τελικά τα σκοτώνει. Τα ποντίκια, το κουτάβι και στο τέλος η γυναίκα του Κέρλυ γίνονται σταδιακά τα σημάδια μιας καταστροφής που πλησιάζει αναπόφευκτα. Γύρω τους ο Στάινμπεκ δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο μοναξιάς. Ο Κάντι, ο ηλικιωμένος εργάτης που χάνει τον γέρικο σκύλο του, βλέπει στο ζώο τη δική του μελλοντική μοίρα: όταν πάψει να είναι χρήσιμος, θα πεταχτεί κι αυτός στην άκρη. Ο Κρουκς, ο μαύρος σταβλίτης, ζει απομονωμένος λόγω του ρατσισμού μιας κοινωνίας που του στερεί ακόμα και την ανθρώπινη επαφή. Η γυναίκα του Κέρλυ, χωρίς καν προσωπικό όνομα μέσα στο έργο, δεν είναι μόνο ένας πειρασμός όπως αρχικά φαίνεται. Είναι μια χαμένη γυναίκα, εγκλωβισμένη σε έναν γάμο χωρίς αγάπη, που κάποτε ονειρεύτηκε μια άλλη ζωή. Η μοναξιά στο έργο δεν είναι απλώς συναίσθημα. Είναι κοινωνική καταδίκη. Οι άνθρωποι του Στάινμπεκ διψούν να μιλήσουν, να αγαπηθούν, να ανήκουν κάπου. Κι όμως η ίδια τους η δυστυχία συχνά τους οδηγεί να πληγώνουν κάποιον πιο αδύναμο. Έτσι γεννιέται ο σκληρός κοινωνικός δαρβινισμός του έργου: ένας κόσμος όπου όποιος δεν παράγει, όποιος γερνά, όποιος διαφέρει, κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Η θανάτωση του σκύλου του Κάντι είναι η πιο πικρή προοικονομία. Η κοινωνία αποφασίζει πως ένα πλάσμα χωρίς χρησιμότητα δεν έχει πλέον θέση. Λίγο αργότερα η ίδια λογική θα στραφεί προς τον Λένι. Ο Τζορτζ, γνωρίζοντας τι τον περιμένει στα χέρια ενός εξαγριωμένου όχλου, παίρνει την πιο οδυνηρή απόφαση: να σκοτώσει ο ίδιος τον φίλο του, χαρίζοντάς του μια τελευταία στιγμή γαλήνης μέσα στο όνειρό τους. Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη τραγωδία του έργου. Ο πυροβολισμός δεν σκοτώνει μόνο τον Λένι. Σκοτώνει τη φάρμα που δεν υπήρξε ποτέ, την ελπίδα πως δύο αδύναμοι άνθρωποι μπορούν να νικήσουν έναν ανελέητο κόσμο. Ο τίτλος, εμπνευσμένος από τον Ρόμπερτ Μπερνς και τον στίχο για τα σχέδια των ποντικιών και των ανθρώπων που συχνά καταστρέφονται, συνοψίζει όλη τη φιλοσοφία του έργου. Ο άνθρωπος σχεδιάζει, ελπίζει, ονειρεύεται. Όμως υπάρχουν δυνάμεις κοινωνικές, οικονομικές και υπαρξιακές που μπορούν να γκρεμίσουν σε μια στιγμή όσα έχτιζε μια ζωή. Ο Στάινμπεκ δεν γράφει για ήρωες και κακούς. Γράφει για πληγωμένους ανθρώπους. Και ίσως γι’ αυτό το «Άνθρωποι και Ποντίκια» παραμένει διαχρονικό: γιατί πίσω από τη σκληρότητα του κόσμου του κρύβεται μια βαθιά τρυφερή αλήθεια. Αυτό που σώζει τον άνθρωπο, έστω και προσωρινά, δεν είναι η δύναμη ούτε η επιτυχία. Είναι η στιγμή που μπορεί να πει: δεν είμαι μόνος. Μετάφραση: Αλίκη Αλεξανδράκη Σκηνοθεσία: Γιώργος Θεοδοσιάδης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Γιάννης Κατράνης (George Milton), Πάνος Πανόπουλος (Lennie Small), Γιώργος Μοσχίδης (Candy), Σοφοκλής Πέππας (The Boss, αφεντικό), Κώστας Κοντογιάννης (Curley), Μίρκα Παπακωνσταντίνου (γυναίκα του Curley), Χρήστος Ζορμπάς (Slim), Παναγιώτης Ζαγανιάρης (Carlson), Αποστόλης Φρυδάς (Whit), Ντίνος Δουλγεράκης (Crooks) 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    1hr 48min
  3. 👑 Ο άνθρωπος για όλες τις εποχές του Ρόμπερτ Μπολτ: Όταν η συνείδηση στέκεται όρθια απέναντι στον θρόνο 🎭

    2 days ago

    👑 Ο άνθρωπος για όλες τις εποχές του Ρόμπερτ Μπολτ: Όταν η συνείδηση στέκεται όρθια απέναντι στον θρόνο 🎭

    Το 1960 ο Ρόμπερτ Μπολτ γράφει ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά δράματα του 20ού αιώνα, επιστρέφοντας στην ταραγμένη Αγγλία του 16ου αιώνα και στην εποχή της μεγάλης θρησκευτικής ρήξης που άλλαξε την πορεία της Ευρώπης. Ο Ερρίκος Η΄, στην προσπάθειά του να ακυρώσει τον γάμο του με την Αικατερίνη της Αραγονίας και να παντρευτεί την Άννα Μπολέιν, οδηγείται σε σύγκρουση με τη Ρώμη και ιδρύει την Αγγλικανική Εκκλησία, τοποθετώντας τον εαυτό του ως ανώτατη θρησκευτική αρχή της χώρας. Μέσα σε αυτή τη θύελλα πολιτικής σκοπιμότητας και θρησκευτικής ανατροπής, ο Μπολτ δεν γράφει απλώς ένα έργο για ένα ιστορικό γεγονός· γράφει μια βαθιά μελέτη πάνω στο αιώνιο ερώτημα: πόσο αξίζει η ψυχή ενός ανθρώπου; Στο κέντρο του έργου βρίσκεται ο Σερ Τόμας Μορ, λόγιος, νομικός, ανθρωπιστής και άνθρωπος βαθιάς πίστης. Όταν ο βασιλιάς απαιτεί από τους υπηκόους του να αποδεχθούν τη νέα τάξη πραγμάτων και να ορκιστούν υπακοή στο Διάταγμα Διαδοχής, ο Μορ βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη δοκιμασία της ζωής του. Δεν επιλέγει την επανάσταση ούτε την ανοιχτή σύγκρουση. Επιλέγει κάτι πολύ δυσκολότερο: τη σιωπή. Μια σιωπή που δεν είναι φόβος αλλά αντίσταση. Ως νομικός γνωρίζει πως ο νόμος προστατεύει ακόμη και εκείνον που αρνείται να μιλήσει. Όμως η εξουσία δεν θέλει μόνο υπακοή στις πράξεις· απαιτεί την παράδοση της ίδιας της σκέψης. Η τραγωδία του Μορ βρίσκεται ακριβώς εκεί. Δεν πεθαίνει επειδή πολέμησε έναν βασιλιά. Πεθαίνει επειδή αρνήθηκε να προδώσει τον εαυτό του. Για εκείνον η συνείδηση δεν είναι μια άποψη που αλλάζει ανάλογα με τις περιστάσεις, αλλά ο πυρήνας της ύπαρξης. Αν υπογράψει κάτι που δεν πιστεύει, μπορεί να διατηρήσει τη ζωή του, όμως θα έχει χάσει εκείνο που κάνει τη ζωή άξια να βιωθεί. Ο Τόμας Μορ του Μπολτ δεν παρουσιάζεται ως άγαλμα αγιότητας. Είναι άνθρωπος με χιούμορ, τρυφερότητα, αδυναμίες και φόβους. Αγαπά την οικογένειά του, θέλει να ζήσει και γνωρίζει το τίμημα της επιλογής του. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγαλείο του χαρακτήρα: δεν βαδίζει προς τον θάνατο επειδή τον αναζητά, αλλά επειδή δεν βρίσκει έντιμο τρόπο να τον αποφύγει. Απέναντί του στέκεται ο Τόμας Κρόμγουελ, η ψυχρή μορφή της πολιτικής αποτελεσματικότητας. Για εκείνον η ηθική είναι εμπόδιο μπροστά στη λειτουργία της εξουσίας. Δεν ενδιαφέρεται για το σωστό ή το λάθος, αλλά για την επιτυχία της αποστολής του. Είναι ο άνθρωπος ενός κόσμου όπου ο σκοπός δικαιολογεί τα μέσα και όπου η αλήθεια μπορεί να κατασκευαστεί αν εξυπηρετεί την πολιτική ανάγκη. Ο Ερρίκος Η΄ παρουσιάζεται ακόμη πιο σύνθετος. Δεν είναι απλώς ένας τύραννος. Είναι ένας άνθρωπος που θέλει να πιστεύει πως έχει δίκιο. Δεν του αρκεί να υπακούσει ο Μορ· θέλει την έγκρισή του. Η ανάγκη αυτή αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: ακόμη και η απόλυτη εξουσία φοβάται έναν μόνο άνθρωπο που δεν μπορεί να εξαγοράσει. Αντίθετη πορεία ακολουθεί ο Ρίτσαρντ Ριτς. Είναι ίσως η πιο τραγικά ανθρώπινη μορφή του έργου, γιατί αντιπροσωπεύει την καθημερινή πτώση. Δεν γεννιέται τέρας. Είναι ένας νέος που θέλει αναγνώριση, θέση και κοινωνική άνοδο. Βήμα βήμα όμως παραχωρεί μικρά κομμάτια της συνείδησής του, μέχρι τη στιγμή που η ψευδομαρτυρία του οδηγεί τον Μορ στον θάνατο. Ο Μπολτ δείχνει πως η προδοσία σπάνια αρχίζει με μια μεγάλη πράξη κακού· συχνά ξεκινά με έναν μικρό συμβιβασμό. Ιδιαίτερη θέση έχει ο Κοινός Άνθρωπος, ο οποίος αλλάζει συνεχώς πρόσωπα: υπηρέτης, βαρκάρης, δεσμοφύλακας, δήμιος. Είναι η φωνή της πλειοψηφίας που θέλει απλώς να επιβιώσει. Δεν είναι κακός, αλλά προσαρμόζεται πάντα. Μέσα από αυτόν ο συγγραφέας θέτει ένα σκληρό ερώτημα: πόσοι άνθρωποι είναι πραγματικά έτοιμοι να χάσουν κάτι για όσα πιστεύουν; Το μεγάλο θέμα του έργου είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην εξωτερική δύναμη και την εσωτερική ελευθερία. Ο Μορ χάνει αξιώματα, περιουσία και τελικά τη ζωή του, αλλά παραμένει κύριος του εαυτού του. Οι αντίπαλοί του κερδίζουν τον κόσμο και χάνουν την ψυχή τους. Γι’ αυτό ο τίτλος «Ο άνθρωπος για όλες τις εποχές» ξεπερνά την ιστορία του 16ου αιώνα. Δεν μιλά μόνο για τον Τόμας Μορ. Μιλά για κάθε εποχή όπου ένας άνθρωπος καλείται να αποφασίσει αν θα ακολουθήσει το πλήθος ή τη φωνή μέσα του. Ο Μπολτ υπενθυμίζει πως η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται πάντα σε εκείνον που κρατά το στέμμα, αλλά πολλές φορές σε εκείνον που στέκεται μόνος απέναντί του και λέει σιωπηλά: μέχρι εδώ. Σκηνοθεσία: Κωστής Τσώνος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Κώστας Σιμενός, Νικήτας Τσακίρογλου, Τάσος Πεζιρκιανίδης, Τάκης Χρυσικάκος, Αλέξης Σταυράκης, Μελίνα Παπανέστορα, Νικηφόρος Νανέρης, Μίμης Χρυσομάλλης, Ντίνος Λύρας, Άννα Μπράτσου, Δάνης Κατρανίδης 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    1hr 45min
  4. 🎭 Τρεις ιστορίες ανθρωπιάς στη σκιά του Β΄ Παγκοσμίου, Πολέμου Πίτερ Γκόσε, Γκίντερ Ράκερ, Γκόρντον Ντέβιοτ

    4 days ago

    🎭 Τρεις ιστορίες ανθρωπιάς στη σκιά του Β΄ Παγκοσμίου, Πολέμου Πίτερ Γκόσε, Γκίντερ Ράκερ, Γκόρντον Ντέβιοτ

    00:00 Πρόλογος 01:35 «Άφησε τον κόσμο να ζήσει» του Πίτερ Γκόσε 58: 30 «Επιτρέψτε μου να σας προσφέρω ένα ποτήρι τσάι» του Γκίντερ Ράκερ 1:59 «Η πένα» του Γκόρντον Ντέβιοτ 2:35 Στοχασμός για τα έργα 2:36 επίλογος Ο πόλεμος δεν τελειώνει πάντα με την τελευταία βόμβα ούτε αρχίζει πάντα με τον πρώτο πυροβολισμό. Μερικές φορές γεννιέται μέσα σε ένα σπίτι όπου κανείς δεν μιλά, σε ένα αεροδρόμιο όπου δύο άγνωστοι συναντιούνται, σε ένα δωμάτιο όπου μια μικρή πένα μπορεί να γίνει όπλο σωτηρίας. Τα τρία έργα «Άφησε τον κόσμο να ζήσει» του Πίτερ Γκόσε, «Επιτρέψτε μου να σας προσφέρω ένα ποτήρι τσάι» του Γκίντερ Ράκερ και «Η πένα» του Γκόρντον Ντέβιοτ ενώνονται από ένα κοινό ερώτημα: τι κάνει ο άνθρωπος όταν η Ιστορία τού ζητά να πάρει θέση; Το «Άφησε τον κόσμο να ζήσει» του Πίτερ Γκόσε είναι ένα ήσυχο αλλά βαθιά οδυνηρό δράμα συνείδησης. Η Γερμανία του 1937 δεν παρουσιάζεται μέσα από μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις, αλλά μέσα από την καθημερινότητα ενός ζευγαριού που έχει ήδη παραδοθεί σε μια άλλη μορφή θανάτου: την εσωτερική αδράνεια. Ένας μηχανικός γεφυρών και η σύζυγός του ζουν μαζί σχεδόν είκοσι χρόνια, όμως η κοινή τους ζωή έχει γίνει μια άσκηση σιωπής. Δεν συγκρούονται, δεν μισούνται, απλώς δεν επικοινωνούν πια. Όταν εμφανίζεται η ανάγκη να κρύψουν έναν κυνηγημένο άνθρωπο, δεν δοκιμάζεται μόνο η πολιτική τους στάση, αλλά ολόκληρη η ύπαρξή τους. Ο ξένος που ζητά καταφύγιο γίνεται η στιγμή της αλήθειας. Μπαίνει στο σπίτι τους όχι μόνο ως απειλή απέναντι στο ναζιστικό καθεστώς, αλλά ως υπενθύμιση πως κάποτε είχαν ψυχή. Η άρνησή τους να βοηθήσουν δεν είναι απλώς φόβος. Είναι η αποκάλυψη μιας ζωής που έχει χάσει το νόημά της πριν ακόμη κινδυνεύσει. Ο Γκόσε δεν καταδικάζει εύκολα. Ρωτά κάτι πολύ πιο σκληρό: πόσες φορές ο άνθρωπος προδίδει το καλό όχι επειδή αγαπά το κακό, αλλά επειδή έχει συνηθίσει την απάθεια; Απέναντι σε αυτή τη σιωπή, ο Γκίντερ Ράκερ στο «Επιτρέψτε μου να σας προσφέρω ένα ποτήρι τσάι» χτίζει ένα έργο πάνω στη δύναμη της ανθρώπινης συνάντησης. Μια αναγκαστική προσγείωση στην Πολωνία φέρνει κοντά δύο ξένους: μια νεαρή Γερμανίδα εκδότρια και έναν ηλικιωμένο Πολωνό εβραϊκής καταγωγής. Το τσάι δεν είναι απλώς μια ευγενική χειρονομία. Είναι μια μικρή τελετή επικοινωνίας σε έναν κόσμο που έχει μάθει να υψώνει σύνορα. Ένα ποτήρι τσάι γίνεται η γέφυρα ανάμεσα στις γενιές, στους λαούς, στις πληγές που άφησε πίσω του ο 20ός αιώνας. Ο ηλικιωμένος άνδρας κουβαλά μέσα του τη μνήμη. Όχι τη μνήμη των βιβλίων και των επετείων, αλλά εκείνη που μένει χαραγμένη στο σώμα του ανθρώπου. Η νεαρή γυναίκα δεν συναντά απλώς έναν άγνωστο ταξιδιώτη· συναντά ένα κομμάτι Ιστορίας που ζητά να ακουστεί. Ο Ράκερ μιλά για τη μεγάλη ευθύνη της ακρόασης. Γιατί υπάρχουν πληγές που δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν έναν άνθρωπο απέναντι που να πει: σε ακούω. Στο τρίτο έργο, «Η πένα» του Γκόρντον Ντέβιοτ, ψευδώνυμο της Ελίζαμπεθ Μακ Ίντος, η αντίσταση παίρνει άλλη μορφή: γίνεται ευφυΐα, θέατρο, παιχνίδι επιβίωσης. Στην κατεχόμενη Γαλλία, δύο γυναίκες προσπαθούν να σώσουν έναν Γάλλο στρατιώτη κάτω από τα μάτια ενός Γερμανού δεκανέα. Δεν έχουν όπλα. Έχουν όμως ψυχραιμία, παρατηρητικότητα και την ικανότητα να καταλάβουν τον αντίπαλο καλύτερα απ’ όσο εκείνος καταλαβαίνει τον εαυτό του. Η Madame αντιλαμβάνεται αμέσως ότι η σωτηρία βρίσκεται στην παράσταση. Υποδύεται τον ρόλο που πρέπει, χρησιμοποιεί την ίδια τη μηχανική σκέψη της εξουσίας εναντίον της και μετατρέπει μια απλή πένα σε σύμβολο ανθρώπινης ευστροφίας. Η φράση των παλιών μαθημάτων γλώσσας, η πένα της θείας μου, αποκτά ειρωνική διάσταση. Η τυποποιημένη γνώση συγκρούεται με τη ζωντανή νοημοσύνη. Ο άνθρωπος που εκτελεί κανόνες νικιέται από τον άνθρωπο που σκέφτεται. Και τα τρία έργα, αν και διαφορετικά στην κατασκευή τους, συνομιλούν μεταξύ τους. Στον Γκόσε βλέπουμε την τραγωδία εκείνου που δεν πράττει. Στον Ράκερ την ανάγκη να θυμόμαστε. Στον Ντέβιοτ τη δύναμη εκείνου που τολμά. Σήμερα, που ο κόσμος εξακολουθεί να δοκιμάζεται από φόβο, απομόνωση και αδιαφορία, αυτά τα έργα δεν ανήκουν στο παρελθόν. Μας ρωτούν αν θα ανοίξουμε την πόρτα στον κυνηγημένο, αν θα ακούσουμε την ιστορία του πληγωμένου, αν θα βρούμε το θάρρος να αντισταθούμε με ό,τι έχουμε. Γιατί τελικά η ανθρωπιά σπάνια εμφανίζεται ως μεγάλη ηρωική στιγμή. Μπορεί να είναι μια ανοιχτή πόρτα. Ένα ποτήρι τσάι. Μια πένα πάνω σε ένα τραπέζι. Και ίσως η μεγαλύτερη νίκη απέναντι σε κάθε σκοτάδι είναι να παραμένεις άνθρωπος όταν όλα γύρω σου προσπαθούν να σε πείσουν πως αυτό δεν έχει σημασία. «Άφησε τον κόσμο να ζήσει» του Πίτερ Γκόσε Μια συμπαραγωγή της ΕΡΤ και της Ανατολικογερμανικής ραδιοφωνίας DDR Ηχογράφηση: 1986 Μουσική επένδυση: Γιάννης Γάκης Ραδιοσκηνοθεσία: Μπάρμπαρα Πλένσατ Ερμηνεύουν ο Νικήτας Τσακίρογλου και η Βέρα Ζαβιτσιάνου «Επιτρέψτε μου να σας προσφέρω ένα ποτήρι τσάι» Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης Σκηνοθεσία Μπάρμπαρα Πλέζατ Ακούγονται οι ηθοποιοί: Δημήτρης Μαλαβέτας, Πίτσα Μπουρνόζου, Όλγα Δαμάνη «Η πένα» του Γκόρντον Ντέβιοτ Σκηνοθεσία: Γιώργος Μεσσάλας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Νέλλη Αγγελίδου, Ντέμη Θεμελή, Νίκος Γαλανός, Μιχάλης Μητρούσης 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    2h 38m
  5. 📖 Άλμπα Ντε Σέσπεντες – Το απαγορευμένο τετράδιο μιας ψυχής που ζητά φωνή❤️‍🔥

    4 days ago

    📖 Άλμπα Ντε Σέσπεντες – Το απαγορευμένο τετράδιο μιας ψυχής που ζητά φωνή❤️‍🔥

    Ένα μικρό μαύρο τετράδιο μπορεί να γίνει πιο επικίνδυνο από μια επανάσταση. Στο «Απαγορευμένο τετράδιο» η Άλμπα Ντε Σέσπεντες δεν γράφει απλώς την ιστορία μιας γυναίκας που κρατά ημερολόγιο. Φωτίζει τη στιγμή όπου ένας άνθρωπος κοιτάζει για πρώτη φορά την ίδια του τη ζωή και αναρωτιέται αν την έζησε πραγματικά ή απλώς υπηρέτησε τους ρόλους που του επέβαλαν. Η Ρώμη της δεκαετίας του 1950 μοιάζει να έχει αφήσει πίσω της τα ερείπια του πολέμου, όμως μέσα στα σπίτια επιβιώνουν άλλου είδους ερείπια: οι σιωπές, οι συμβιβασμοί, οι αόρατες θυσίες. Η Βαλέρια Κοσάτι είναι 43 ετών, σύζυγος, μητέρα δύο μεγάλων παιδιών και εργαζόμενη γυναίκα. Στα μάτια όλων έχει μια γεμάτη ζωή. Στην πραγματικότητα δεν της ανήκει ούτε ένα κομμάτι της. Η αγορά ενός μαύρου τετραδίου μια Κυριακή γίνεται η πρώτη της μικρή ανταρσία. Δεν αγοράζει χαρτί. Αγοράζει χώρο. Έναν χώρο όπου δεν είναι η γυναίκα του Μικέλε, η μητέρα της Μιρέλλας και του Ρικάρντο, η υπάλληλος, η νοικοκυρά. Είναι ξανά η Βαλέρια. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη αποκάλυψη του έργου: πόσο τρομακτικό μπορεί να γίνει για έναν άνθρωπο να ξαναβρεί το όνομά του. Η Άλμπα Ντε Σέσπεντες δημιουργεί μια ηρωίδα βαθιά τραγική όχι επειδή η ζωή της καταστρέφεται από κάποιο μεγάλο γεγονός, αλλά επειδή διαβρώνεται καθημερινά από μικρές αρνήσεις. Ο Μικέλε δεν είναι ο κλασικός βίαιος δυνάστης. Είναι κάτι ίσως πιο ύπουλο: ένας άνθρωπος που έμαθε να θεωρεί την προσφορά της γυναίκας του αυτονόητη. Όταν σταματά να τη φωνάζει με το όνομά της και την αποκαλεί «Μαμά», η Βαλέρια παύει να είναι πρόσωπο και μετατρέπεται σε λειτουργία. Το τετράδιο γίνεται η μυστική της πατρίδα. Εκεί ομολογεί όσα δεν τολμά να πει: την κούραση, την απογοήτευση, την ανάγκη να αγαπηθεί ως γυναίκα. Η σχέση της με τον Γκουίντο δεν έχει σημασία μόνο ως πιθανός έρωτας. Είναι η υπενθύμιση πως κάποιος την κοιτάζει χωρίς να της ζητά κάτι. Τη βλέπει. Όμως η μεγαλύτερη σύγκρουση του έργου βρίσκεται ανάμεσα στη Βαλέρια και την κόρη της Μιρέλλα. Η μία ανήκει στη γενιά που έμαθε πως η καλή γυναίκα υπομένει. Η άλλη στη γενιά που αρχίζει να πιστεύει πως η γυναίκα δικαιούται να επιλέγει. Η Μιρέλλα διεκδικεί την αγάπη, την ανεξαρτησία και το δικαίωμα στο λάθος. Η μητέρα της την κρίνει, αλλά βαθιά μέσα της αναγνωρίζει σε εκείνη όλα όσα δεν τόλμησε ποτέ να γίνει. Αντίθετα ο Ρικάρντο αποδεικνύει πως η ηλικία δεν φέρνει πάντα πρόοδο. Παρότι νέος, συνεχίζει το ίδιο παλιό μοτίβο. Θέλει μια γυναίκα διαθέσιμη, υπομονετική, πρόθυμη να περιορίσει τον εαυτό της. Η πιο πικρή συνειδητοποίηση της Βαλέριας είναι πως ο γιος που μεγάλωσε με τόσες θυσίες έγινε μέρος του συστήματος που την έπνιξε. Και τότε έρχεται το τέλος. Το κάψιμο του τετραδίου. 🔥 Μια σκηνή συγκλονιστική ακριβώς επειδή δεν έχει κραυγές. Η Βαλέρια δεν καίει απλώς σελίδες. Καίει την εκδοχή του εαυτού της που τόλμησε να εμφανιστεί. Η φωτιά γίνεται τελετή παραίτησης. Μια γυναίκα που άγγιξε για λίγο την ελευθερία επιστρέφει στη σιωπή επειδή δεν βρίσκει τη δύναμη να πληρώσει το τίμημά της. Στο τέλος του εξαμήνου, η ανάγκη της Βαλέριας για αυτοθυσία και η πίεση των κοινωνικών πρέπει υπερισχύουν. Όταν ο γιος της ανακοινώνει ότι η κοπέλα του είναι έγκυος και πρέπει να ζήσουν όλοι μαζί, η Βαλέρια καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει διαφυγή. Αποφασίζει να κάψει το τετράδιο, επιλέγοντας τη συνειδητή επιστροφή στη σιωπή και τον ρόλο του μάρτυρα. Όπως σημειώνει η ίδια, «όλες οι γυναίκες κρύβουν ένα μαύρο, απαγορευμένο τετράδιο... και όλες πρέπει τελικά να το καταστρέψουν». Κι όμως, η ήττα της δεν είναι μάταιη. Γιατί από τη στιγμή που έγραψε, έστω και κρυφά, υπήρξε. Κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει από έναν άνθρωπο τη στιγμή που αναγνώρισε την αλήθεια του. Το έργο παραμένει συγκλονιστικά σύγχρονο επειδή το «απαγορευμένο τετράδιο» άλλαξε μορφή αλλά δεν εξαφανίστηκε. Σήμερα μπορεί να είναι μια κρυφή επιθυμία, ένα όνειρο που αναβλήθηκε, μια δημιουργική φωνή που κάποιος φοβήθηκε να ακολουθήσει. Πόσοι άνθρωποι δεν φυλάσσουν μέσα τους ένα τέτοιο τετράδιο; Η Ντε Σέσπεντες δεν κατηγορεί τη μητρότητα, την οικογένεια ή την αγάπη. Κατηγορεί τη θυσία όταν γίνεται εξαφάνιση. Γιατί η αληθινή αγάπη δεν απαιτεί από κανέναν να σβήσει τον εαυτό του για να φωτιστούν οι άλλοι. 🌹 Ίσως τελικά κάθε άνθρωπος κουβαλά ένα αόρατο τετράδιο. Το ερώτημα δεν είναι αν θα το βρουν οι άλλοι. Το ερώτημα είναι αν θα έχουμε το θάρρος να το διαβάσουμε εμείς οι ίδιοι πριν αποφασίσουμε να το παραδώσουμε στη φωτιά. ✨ Γιατί Αξίζει να Διαβαστεί Σήμερα; Σύγχρονος απόηχος: Αν και γράφτηκε το 1952, το βιβλίο αναλύει με τρομακτική ακρίβεια το λεγόμενο "mental load" (το ψυχολογικό βάρος) της σύγχρονης γυναίκας που ισορροπεί ανάμεσα σε καριέρα και οικογένεια. Λογοτεχνική αξία: Έχει κερδίσει τον θαυμασμό κορυφαίων σύγχρονων δημιουργών, όπως η Έλενα Φεράντε και η Άννι Ερνώ. The Times Ψυχολογικό Θρίλερ: Αν και πρόκειται για κοινωνικό δράμα, η αγωνία της ηρωίδας για το αν θα ανακαλυφθεί το τετράδιο προσδίδει στο έργο ρυθμό αληθινού θρίλερ. Ραδιοσκηνοθεσία: Δημήτρης Μυράτ Ακούγονται οι ηθοποιοί: Δημήτρης Μυράτ (Μικέλε), Βούλα Ζουμπουλάκη (Βαλέρια), Κατερίνα Μαραγκού (Μιρέλα), Νίκος Κροντηράς (Ρικάρντο), Μάκης Ρευματάς (Γκουίντο), Φωκίων Ζαρίκος (Γουσταύος), Βαγγελιώ Κατσάλη (Μαρίνα), Ειρήνη Κουμαριανού (μητέρα), Σάσα Σοφού (Κλάρα), Σωτήρης Τσόγκας (πατέρας), Γιώργος Γραμματικός (Αλεσάντρο Καντόνι) 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    1hr 51min
  6. 🌙 Πρόγευμα με έναν νυχτοφύλακα Helena Albertová : η νύχτα που ανακρίνει τη συνείδηση

    5 days ago

    🌙 Πρόγευμα με έναν νυχτοφύλακα Helena Albertová : η νύχτα που ανακρίνει τη συνείδηση

    Κάποιες συναντήσεις στη σκηνή δεν είναι συναντήσεις ανθρώπων, αλλά συγκρούσεις ψυχών. Το «Πρόγευμα με έναν νυχτοφύλακα» της Helena Albertová μετατρέπει μια απλή νυχτερινή συνομιλία σε υπαρξιακή ανάκριση. Μέσα σε έναν χώρο απομόνωσης, δύο άντρες δεν αναζητούν απλώς απαντήσεις· αναζητούν τα χαμένα κομμάτια της αλήθειας τους. Η Τσέχα δραματουργός Helena Albertová γράφει το έργο το 1989, λίγο πριν αλλάξει οριστικά το πολιτικό τοπίο της Τσεχοσλοβακίας. Η περίοδος της λεγόμενης «Ομαλοποίησης» είχε αφήσει βαθιές πληγές στην κοινωνία: φόβο, αυτολογοκρισία, συμβιβασμούς και μια καθημερινότητα όπου ο άνθρωπος μάθαινε να επιβιώνει σιωπώντας. Η ίδια η συγγραφέας γνώρισε τον αποκλεισμό από τους επίσημους θεατρικούς χώρους εξαιτίας των απόψεών της και αυτή η εμπειρία περνά σαν υπόγειο ρεύμα μέσα στο έργο της. Το σκηνικό είναι φαινομενικά απλό. Ένας απομονωμένος χώρος, μια νύχτα που μοιάζει ατελείωτη και δύο άνθρωποι που βρίσκονται αναγκασμένοι να μοιραστούν τις ίδιες ώρες. Όμως η Albertová γνωρίζει πως τα μεγάλα δράματα δεν χρειάζονται πάντα πολέμους και θορύβους. Μερικές φορές αρκεί ένα δωμάτιο, ένα τραπέζι και ένας άνθρωπος που κάνει την ερώτηση που ο άλλος αποφεύγει μια ολόκληρη ζωή. Ο Πετρ εμφανίζεται σαν ένας άνθρωπος που θέλει να διαφύγει. Όχι απαραίτητα μόνο από έναν εξωτερικό κίνδυνο, αλλά από τον ίδιο του τον εαυτό. Κουβαλά τα ίχνη ενός ανθρώπου που έμαθε να προσαρμόζεται, να υποχωρεί, να δικαιολογεί μικρές ή μεγάλες προδοσίες της συνείδησής του. Δεν είναι ένας κλασικός ήρωας αντίστασης, αλλά κάτι πολύ πιο ανθρώπινο και επώδυνο: ένας συνηθισμένος άνθρωπος που κάποια στιγμή αναρωτιέται πόσο κόστισαν οι συμβιβασμοί του. Απέναντί του ο νυχτοφύλακας είναι μια αινιγματική μορφή. Είναι φύλακας χώρου ή φύλακας μιας ολόκληρης νοοτροπίας; Είναι εκπρόσωπος της εξουσίας ή ένας ακόμη αιχμάλωτός της; Η δύναμη του χαρακτήρα βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αμφιβολία. Δεν παρουσιάζεται ως απλός καταπιεστής. Είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζει τους μηχανισμούς του φόβου, ίσως επειδή κάποτε υπήρξε και ο ίδιος θύμα τους. Η μεταξύ τους συνομιλία σταδιακά αλλάζει μορφή. Αυτό που αρχίζει σαν κουβέντα γίνεται ψυχολογική αναμέτρηση. Οι ερωτήσεις του νυχτοφύλακα μοιάζουν απλές, όμως ανοίγουν κλειδωμένα δωμάτια της μνήμης. Η Albertová, επηρεασμένη από την τσεχοφική παράδοση, δεν ενδιαφέρεται για εξωτερικές εκρήξεις. Αναζητά εκείνες τις αδιόρατες στιγμές όπου ένας άνθρωπος αναγνωρίζει ξαφνικά την αλήθεια που έκρυβε ακόμη και από τον εαυτό του. Το πρόγευμα του τίτλου είναι η πιο πικρή ειρωνεία του έργου. Κανονικά το πρωινό σημαίνει αρχή, φως, επιστροφή στη ζωή. Εδώ όμως γίνεται η ώρα της αποκάλυψης. Ο Πετρ καλείται να γευτεί κάτι πολύ δυσκολότερο από ένα απλό γεύμα: την επίγνωση. Να αποδεχτεί πως η ελευθερία χωρίς εσωτερική αξιοπρέπεια μπορεί να είναι μόνο μια καλοστημένη ψευδαίσθηση. Το έργο μιλά για ένα συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον, αλλά δεν φυλακίζεται σε αυτό. Κάθε εποχή έχει τους δικούς της μηχανισμούς ελέγχου. Άλλοτε είναι πολιτικοί, άλλοτε κοινωνικοί, άλλοτε γεννιούνται μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο. Ο φόβος της απόρριψης, η ανάγκη αποδοχής, η ευκολία της σιωπής μπορούν να γίνουν αόρατες φυλακές. Κοιτώντας σήμερα το «Πρόγευμα με έναν νυχτοφύλακα», δεν βλέπουμε μόνο την ιστορία μιας χώρας που πέρασε μέσα από την καταπίεση. Βλέπουμε το αιώνιο ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να υποχωρήσει ένας άνθρωπος χωρίς να χάσει τον εαυτό του; Η Albertová δεν καταδικάζει εύκολα τους ήρωές της. Τους πλησιάζει με την κατανόηση εκείνου που ξέρει πως η ανθρώπινη ψυχή δεν είναι φτιαγμένη από απόλυτο σκοτάδι ή απόλυτο φως. Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η μεγάλη περιοχή των επιλογών μας. Ίσως τελικά ο πιο αυστηρός νυχτοφύλακας να μην είναι εκείνος που στέκεται στην πόρτα. Είναι εκείνη η εσωτερική φωνή που μια μέρα μάς ρωτά: έζησες όπως ήθελες ή όπως φοβήθηκες; Και τότε αρχίζει η πραγματική αυγή. 🌙 Ραδιοσκηνοθεσία: Φώτος Φωτιάδης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Αννίτα Σαντοριναίου, Βαρνάβας Κυριαζής, Παντελής Παπακωνσταντίνου, Πάμπος Ξουφαριδης 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    50 min
  7. 🎭 Πέρσες του Αισχύλου – Όταν η αλαζονεία της δύναμης γονατίζει μπροστά στον νόμο του μέτρου 👑

    5 days ago

    🎭 Πέρσες του Αισχύλου – Όταν η αλαζονεία της δύναμης γονατίζει μπροστά στον νόμο του μέτρου 👑

    Στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου υπάρχουν έργα που δεν επιβιώνουν επειδή αφηγούνται ένα μεγάλο γεγονός, αλλά επειδή κατορθώνουν να μετατρέψουν το γεγονός σε αιώνιο στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη φύση. Η τραγωδία Πέρσες (αυθεντικός αρχαίος τίτλος: Πέρσαι) του Αισχύλου θεωρείται η παλαιότερη πλήρως σωζόμενη τραγωδία, δεν είναι ένα μνημείο πολεμικού θριάμβου ούτε ένας ποιητικός παιάνας για τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο και γι’ αυτό πολύ πιο συγκλονιστικό: είναι η στιγμή όπου ο νικητής σκύβει πάνω από τον ηττημένο και αναζητά μέσα στα συντρίμμια του όχι την απόλαυση της υπεροχής, αλλά την τραγική αλήθεια της ανθρώπινης μοίρας. Όταν ο Αισχύλος παρουσιάζει τους Πέρσες το 472 π.Χ. στην αθηναϊκή σκηνή, πραγματοποιεί κάτι σχεδόν αδιανόητο για έναν δημιουργό που είχε βιώσει προσωπικά τη φωτιά των Περσικών Πολέμων. Δεν ανεβάζει ένα έργο εθνικής υπερηφάνειας. Δεν παραδίδει στους συμπολίτες του ένα θεατρικό μνημείο εκδίκησης απέναντι στον εχθρό που λίγα χρόνια πριν είχε εισβάλει στην πατρίδα τους. Αντίθετα, στρέφει το βλέμμα προς την άλλη πλευρά του πεδίου της μάχης: εκεί όπου δεν ακούγονται οι παιάνες των νικητών, αλλά οι κραυγές εκείνων που έχασαν. Αυτή η επιλογή αποτελεί την πρώτη μεγάλη πράξη μεγαλοφυΐας του ποιητή. Ο Αισχύλος δεν γράφει την ιστορία της Σαλαμίνας. Γράφει την ψυχή της Σαλαμίνας. Δεν τον ενδιαφέρει η καταγραφή ενός πολεμικού γεγονότος όπως θα την αναλάβει αργότερα ο Ηρόδοτος. Τον ενδιαφέρει η βαθύτερη ηθική μηχανή που κινεί την ανθρώπινη μοίρα. Πώς ένας άνθρωπος φτάνει από την κορυφή στην πτώση; Πότε η δύναμη παύει να είναι χάρισμα και γίνεται καταστροφή; Ποιο είναι το αόρατο σημείο όπου η φιλοδοξία μεταμορφώνεται σε ύβρη; Οι Πέρσες είναι ίσως το πρώτο μεγάλο θεατρικό έργο της ανθρωπότητας που τολμά να κοιτάξει τον αντίπαλο όχι ως τέρας, αλλά ως τραγικό άνθρωπο. Η σκηνή ανοίγει στα Σούσα, στο κέντρο μιας αυτοκρατορίας που ακόμη πιστεύει στο μεγαλείο της. Όμως ο Αισχύλος δεν επιλέγει την ώρα της δύναμης· επιλέγει την ώρα της αναμονής. Ο περσικός στρατός έχει ήδη συντριβεί στη Σαλαμίνα, αλλά η είδηση δεν έχει φτάσει ακόμα στην αυλή. Αυτή η δραματουργική σύλληψη είναι εκπληκτική. Το κοινό γνωρίζει αυτό που οι ήρωες αγνοούν. Η συμφορά υπάρχει ήδη, απλώς περιμένει να αποκαλυφθεί. Έτσι το έργο δεν είναι πορεία προς την καταστροφή. Είναι πορεία προς την επίγνωση της καταστροφής. Εδώ βρίσκεται και το μεγαλείο του Αισχύλου. Ο ίδιος πολέμησε εναντίον των Περσών. Έζησε τον Μαραθώνα. Γνώρισε τον φόβο μιας αυτοκρατορίας που απειλούσε να καταπιεί την Ελλάδα. Και όμως, όταν ανεβαίνει στη σκηνή, δεν χαρίζει στο αθηναϊκό κοινό μια εύκολη εικόνα του εχθρού. Δεν παρουσιάζει τέρατα, αλλά ανθρώπους. Δεν παρουσιάζει μια Περσία άξια περιφρόνησης, αλλά μια Περσία που θρηνεί. Ο στόχος του δεν είναι να θριαμβολογήσει, αλλά να προειδοποιήσει και τους ίδιους τους Αθηναίους για τους κινδύνους της ακόρεστης φιλοδοξίας και της πλεονεξίας που μπορεί να γεννήσει κάθε μορφή δύναμης όταν χάνει την αυτογνωσία της. Το μήνυμα αυτό, που διατρέχει ολόκληρη την τραγωδία, συμπυκνώνεται με τον πιο καθαρό τρόπο στα λόγια του φαντάσματος του Δαρείου: η πτώση δεν αρχίζει όταν χάνεται μια μάχη, αλλά όταν ο άνθρωπος πιστέψει πως βρίσκεται πάνω από τα όρια που του έχουν τεθεί. «ὕβρις γὰρ ἐξανθοῦσ᾽ ἐκάρπωσεν στάχυν ἄτης, ὅθεν πάγκλαυτον ἐξαμᾷ θέρος. τοιαῦθ᾽ ὁρῶντες τῶνδε τἀπιτίμια μέμνησθ᾽ Ἀθηνῶν Ἑλλάδος τε, μηδέ τις ὑπερφρονήσας τὸν παρόντα δαίμονα ἄλλων ἐρασθεὶς ὄλβον ἐκχέῃ μέγαν. Ζεύς τοι κολαστὴς τῶν ὑπερκόμπων ἄγαν φρονημάτων ἔπεστιν, εὔθυνος βαρύς. όταν ανθίσει η αλαζονεία καρπίζει το στάχυ της τύφλωσης και απ' αυτό μόνο δάκρυα μπορεί να θερίσει κανείς. Αυτά να βλέπετε εσείς και να μην ξεχνάτε την Αθήνα, ούτε την Ελλάδα και κανείς να μην περιφρονεί τη μοίρα του ποθώντας άλλη και σκορπώντας τη μεγάλη ευτυχία του. Γιατί ο Δίας παραμονεύει τιμωρός των παραφουσκωμένων φιλοδοξιών ελέγχοντάς τες αυστηρά. Αυτή είναι ίσως η πιο επαναστατική πράξη της τραγωδίας: η αναγνώριση του πόνου του άλλου. Υπόθεση του έργου Η δράση των «Περσών» μεταφέρει τον θεατή στην καρδιά της Περσικής Αυτοκρατορίας, στα Σούσα, μέσα στο βαρύ και ανήσυχο περιβάλλον της βασιλικής αυλής. Ο μεγάλος βασιλιάς Ξέρξης βρίσκεται μακριά, επικεφαλής της εκστρατείας του εναντίον της Ελλάδας, επιδιώκοντας να εκδικηθεί την παλαιότερη ήττα των Περσών στον Μαραθώνα. Πίσω του έχει αφήσει τη διοίκηση του κράτους στους ηλικιωμένους συμβούλους της αυλής, άνδρες σοφούς και έμπειρους, παλιούς συντρόφους του πατέρα του, του ένδοξου βασιλιά Δαρείου. Εκείνοι όμως δεν αισθάνονται τη βεβαιότητα της νίκης. Μια αδιόρατη αγωνία βαραίνει την ατμόσφαιρα, καθώς ο περσικός στρατός έχει φύγει εδώ και καιρό και κανένα μήνυμα δεν έχει φτάσει ακόμη από την Ελλάδα. Η μεγάλη καταστροφή στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας έχει ήδη συμβεί, όμως στα ανάκτορα των Σούσων κανείς δεν το γνωρίζει ακόμη. Ο Αισχύλος δεν παρουσιάζει τη μάχη την ώρα που γίνεται· επιλέγει την πιο τραγική στιγμή: την αναμονή πριν από την αποκάλυψη της συμφοράς.Το έργο ανοίγει με την Πάροδο, όπου ο Χορός των γερόντων Περσών μπαίνει στην ορχήστρα γεμάτος φόβο και ανησυχία για την τύχη του στρατού και του βασιλιά τους. Η σιωπή από το μέτωπο μοιάζει προμήνυμα κακού. τοιόνδ᾽ ἄνθος Περσίδος αἴας οἴχεται ἀνδρῶν, οὓς πέρι πᾶσα χθὼν Ἀσιῆτις θρέψασα πόθῳ στένεται μαλερῷ, τοκέες τ᾽ ἄλοχοί θ᾽ ἡμερολεγδὸν τείνοντα χρόνον τρομέονται. «Τέτοιο άνθος της περσικής γης έχει φύγει ανδρών, για τους οποίους όλη η ασιατική γη, που τους έθρεψε, στενάζει με φλογερό καημό κι οι γονείς και οι γ

    1hr 5min

About

Ηχητικά θεατρικά έργα

You Might Also Like