Αληθινά εγκλήματα

LIFO PODCASTS

Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα από τον 19ο αι. μέχρι σήμερα.

  1. 18h ago

    Το μακελειό στα Ζωνιανά. Ποιος σκότωσε τον ειδικό φρουρό;

    Στους πρόποδες του Ψηλορείτη, στα χωριά του Μυλοποτάμου, η λέξη «άβατο» δεν είναι απλώς ένας δημοσιογραφικός χαρακτηρισμός. Για χρόνια, αποτελεί μια πραγματικότητα που όλοι γνωρίζουν, αλλά ελάχιστοι τολμούν να αμφισβητήσουν. Τα όπλα είναι μέρος της καθημερινότητας. Οι μπαλοθιές μπορεί να σημαίνουν γιορτή, αλλά και προειδοποίηση. Οι φυτείες χασίς, κρυμμένες στις πλαγιές του βουνού, οι καταγγελίες για ναρκωτικά, εκβιασμούς και ζωοκλοπές και, κυρίως, η αδυναμία του κράτους να επιβληθεί έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό σκηνικό. Και όσοι επιχείρησαν να το αλλάξουν, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα πολύ πιο σκληρή απ’ ό,τι φαντάζονταν. Μέχρι που το πρωί της 5ης Νοεμβρίου του 2007, μια αυτοκινητοπομπή με δεκάδες αστυνομικούς πήρε τον ανηφορικό δρόμο προς τα Ζωνιανά, σε μια αποστολή που υποτίθεται πως θα έδειχνε ότι το κράτος ήταν αποφασισμένο να ξαναπάρει τον έλεγχο στα χέρια του. Όμως, λίγο πριν φτάσουν στην είσοδο του χωριού, τα όπλα «μίλησαν». Και ο ειδικός φρουρός Στάθης Λαζαρίδης δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του από εκείνη την επιχείρηση-φιάσκο, όπως χαρακτηρίστηκε.  Στο πόντκαστ μιλούν ο πρόεδρος των ειδικών φρουρών Κρήτης, Χρήστος Τσανακτσίδης, o οποίος ήταν ανάμεσα στα θύματα της επίθεσης των Ζωνιανών, και ο δημοσιογράφος Χάρης Λεοντάκης, που είχε καλύψει τα γεγονότα και τις εκτεταμένες έρευνες που ακολούθησαν για τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha.

    Το μακελειό στα Ζωνιανά. Ποιος σκότωσε τον ειδικό φρουρό;
  2. Sep 13

    Ποιος σκότωσε την κόρη του βιομηχάνου;

    Το ζευγάρι που πήρε το ταξί του ο οδηγός από την οδό Παπαδιαμαντοπούλου με προορισμό το Κολωνάκι τσακωνόταν έντονα σε όλη τη διαδρομή. Δεν μπορούσε να καταλάβει τον λόγο, καθώς δεν μιλούσαν ελληνικά. Φαινόταν όμως ότι ο έντονος διάλογος, οι φωνές και οι χειρονομίες τους είχαν ερωτικό υπόβαθρο. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα το ταξί έφτασε στην οδό Κανάρη και σταμάτησε έξω από την πολυκατοικία στον αριθμό 5. Η κοπέλα είπε στον οδηγό να περιμένει για λίγο, μέχρι να κλείσει πίσω της την πόρτα της εισόδου, ίσως επειδή διαισθανόταν τον κίνδυνο. Μπήκε στην πολυκατοικία, αλλά την ίδια στιγμή πετάχτηκε έξω και ο κομψός, μελαχρινός άνδρας που τη συνόδευε και την ακολούθησε στην είσοδο, προτού προλάβει να κλείσει την πόρτα. Δευτερόλεπτα αργότερα, ένας πυροβολισμός σήκωσε στο πόδι όλη τη γειτονιά. Ο άγνωστος άνδρας βγήκε στον δρόμο και απομακρύνθηκε τρέχοντας. Ήταν 9 Δεκεμβρίου 1963. Η 29χρονη Τζούλια Συρεγγέλα ήταν κόρη του γνωστού βιομήχανου Γεωργίου Συρεγγέλα, ιδιοκτήτη της ΕΛΒΥΝ, της Ελληνικής Βιομηχανίας Υπολειμμάτων Νάφθης, που είχε ιδρύσει το 1936 και παρήγε ορυκτέλαια, γράσο, παραφίνη, άσφαλτο και άλλα προϊόντα. Η νεαρή γυναίκα δεν κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή για να αποκαλύψει την ταυτότητα του ανθρώπου που την πυροβόλησε, καθώς η σφαίρα προκάλεσε διαμπερές τραύμα στο κεφάλι.

    Ποιος σκότωσε την κόρη του βιομηχάνου;
  3. Sep 6

    Βαγγέλης Ρωχάμης: Βίος και πολιτεία ενός δραπέτη

    Στα 9 του χρόνια, το αγόρι από το Λευκαντί έδωσε τα πρώτα δείγματα γραφής, «δραπετεύοντας» από την αποθήκη του σχολείου, όπου τον είχε κλείσει η δασκάλα για τιμωρία. Ο Βαγγέλης Ρωχάμης παράτησε το σχολείο μετά τη Γ΄ Δημοτικού και αναζήτησε μεροκάματο στις οικοδομές της Χαλκίδας και αργότερα στην Αθήνα. Στα 18 του γνώρισε τη φυλακή για 25 μέρες, επειδή δεν είχε χρήματα να εξαγοράσει την ποινή φυλάκισης 3 μηνών που του επιβλήθηκε για κλοπή μοτοποδηλάτου, την οποία ποτέ δεν παραδέχθηκε. Από τότε οι φυλακές έγιναν το... δεύτερο σπίτι του, απ’ όπου δραπέτευε με χαρακτηριστική άνεση. Μέχρι και από το Πειθαρχείο του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων στο Χαϊδάρι δραπέτευσε, κόβοντας τα κάγκελα, για να περάσει το Πάσχα με τη γυναίκα του, την Αναστασία. Την είχε παντρευτεί στα 18 του. Απέκτησαν δυο κόρες, αλλά και δυο αγόρια που πέθαναν μωρά, γεγονός που, όπως είπε ο ίδιος, επιβάρυνε την ψυχολογική του κατάσταση. Στον στρατό υπηρέτησε μόλις έξι μήνες ως έφεδρος υπαξιωματικός, προτού πάρει απολυτήριο για ψυχολογικούς λόγους. Δραπέτευσε και δεύτερη φορά από το Τάγμα, για να δει στο μαιευτήριο τη νεογέννητη κόρη του. Ο ίδιος μίλησε για απάνθρωπη συμπεριφορά από κάποιους βαθμοφόρους. Τα επόμενα χρόνια ο Βαγγέλης Ρωχάμης έχτισε τον μύθο του «Πεταλούδα», όπως τον αποκάλεσαν οι εφημερίδες, λόγω των επανειλημμένων αποδράσεων από τις φυλακές. Ένα κομμάτι της κοινωνίας τον έβλεπε με συμπάθεια. Για πολλούς ήταν ένας λαϊκός αντιήρωας που ξεγελούσε το σύστημα. Για άλλους, ένας επικίνδυνος εγκληματίας που λήστευε, έκλεβε, αντάλλασσε πυρά με αστυνομικούς, γι’ αυτό δεν θα έπρεπε να εξιδανικεύεται. Αυτή η διπλή εικόνα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή, η οποία ξετυλίγεται σε αυτό το πόντκαστ. Ο ίδιος μιλά για το σύστημα που τον «έσπρωξε» στην παρανομία, ενώ η δικηγόρος Φωτεινή Βερνέζη, που τον εκπροσώπησε σε πολλά δικαστήρια, αναλύει τον χαρακτήρα του «άλλου» Ρωχάμη.

    Βαγγέλης Ρωχάμης: Βίος και πολιτεία ενός δραπέτη
  4. Aug 30

    Η ιστορία του «δράκου του Σέιχ Σου»

    Ένας «δράκος» έριξε την εφιαλτική του σκιά πάνω από τη Θεσσαλονίκη τους πρώτους μήνες του 1959. Η τοπική κοινωνία, που παρακολουθούσε τρομαγμένη τις βίαιες επιθέσεις του και διπλοκλείδωνε τις πόρτες όταν έπεφτε το σκοτάδι, ήταν έτοιμη να υποδεχθεί την εξιχνίαση των εγκλημάτων του με οποιοδήποτε τίμημα. Σε καμία, ίσως, υπόθεση στα εγκληματολογικά χρονικά δεν υπάρχουν τόσες αμφιβολίες για το εάν αποδόθηκε δικαιοσύνη: ήταν πράγματι ο Αριστείδης Παγκρατίδης, που στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα ένα χειμωνιάτικο πρωινό του 1968, ο «δράκος του Σέιχ Σου»; Η υπόθεση συγκλόνισε τη χώρα και άφησε πίσω της ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας: καταδικάστηκε ο πραγματικός ένοχος ή ένας άνθρωπος που ταίριαζε στην εικόνα του «βολικού ενόχου»; Πολλοί υποστήριξαν ότι ένας φτωχός και περιθωριοποιημένος νέος που πουλούσε το κορμί του για 10-15 δραχμές ή ένα πιάτο φαΐ ήταν το εύκολο θύμα και η ιδανική περίπτωση για να μείνουν για πάντα στο σκοτάδι οι πραγματικοί ένοχοι, να αποκτήσουν κύρος κάποιοι αξιωματικοί και να αποσπαστεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από τη δολοφονία Λαμπράκη και τη ρευστή πολιτική και κοινωνική κατάσταση της εποχής, που έδειχνε πως οι πληγές του Εμφυλίου δεν είχαν κλείσει. Στο πόντκαστ ακούγονται ο δικηγόρος και πρώην εισαγγελέας Κωνσταντίνος Λογοθέτης, ο οποίος έχει γράψει για την υπόθεση Παγκρατίδη στο βιβλίο του με τίτλο «Εις θάνατον τετράκις», και ο δημοσιογράφος Κώστας Τσαρούχας, που ήταν παρών στην εκτέλεση του νεαρού θανατοποινίτη και μετέφερε την είδηση στη μητέρα του. Μέσα από τις μαρτυρίες και τα στοιχεία της υπόθεσης αναζητείται η αλήθεια πίσω από τον μύθο του «δράκου του Σέιχ Σου» και το ερώτημα που παραμένει ζωντανό δεκαετίες μετά: ήταν ο Αριστείδης Παγκρατίδης ο άνθρωπος που σκόρπισε τον τρόμο ή το τραγικό εξιλαστήριο θύμα μιας εποχής γεμάτης φόβο και αβεβαιότητα;

    Η ιστορία του «δράκου του Σέιχ Σου»
  5. Aug 23

    Βασίλης Λυμπέρης, o τελευταίος θανατοποινίτης

    5 Ιανουαρίου 1972, Μεταμόρφωση Χαλανδρίου, λίγο μετά τις 5 τα χαράματα. Ο Αντώνης Στρογγυλούδης, καθ’ οδόν για τη δουλειά του στο Δρομοκαΐτειο, βλέπει καπνό να βγαίνει από το σπίτι όπου μένει η αδελφή της γυναίκας του, η Βασιλική, μαζί με τη μάνα και τα δυο μικρά παιδιά της, στο τέρμα της οδού 28ης Οκτωβρίου. Τρέχει αμέσως για να δει τι συμβαίνει. Μπαίνει με το κλειδί που είναι πάνω στην πόρτα και αντικρίζει τη Βασιλική πεσμένη στο πάτωμα, με σχεδόν καθολικά εγκαύματα. Στο διπλανό δωμάτιο είναι απανθρακωμένη η 50χρονη μητέρα της Αντιγόνη Μάρκου και τα δυο παιδιά της, η Παναγιώτα 2,5 ετών και ο Γιώργος, που την επόμενη ημέρα θα συμπλήρωνε τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Το θέαμα τραγικό, του κόβει την ανάσα. Φαίνεται όμως ότι η Βασιλική είναι ακόμα ζωντανή. Με τη βοήθεια δυο γειτόνων την παίρνει στα χέρια, τη βάζει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του και τη μεταφέρει στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών. Στο νοσοκομείο οι γιατροί δεν αποκαλύπτουν στη Βασιλική την τραγική αλήθεια. Αν και κατά διαστήματα έχει επαφή με το περιβάλλον, έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν έχει πολλή ζωή μπροστά της. Τα εγκαύματα καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο το σώμα της και δεν θα αντέξει. Όμως, αυτές τις 20 ώρες που θα κρατηθεί στη ζωή, θα προλάβει να αποκαλύψει στη θεία της, τη μοναχή Φιλοθέη που βρίσκεται δίπλα της από την πρώτη στιγμή, τις εφιαλτικές στιγμές που βίωσε και ποιος κρυβόταν πίσω από αυτήν τη θηριωδία. Στο πόντκαστ ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Νίκος Γερακάρης, ο μοναδικός εκπρόσωπος του Τύπου που κάλυψε την τελευταία εκτέλεση, θυμάται τις συγκλονιστικές στιγμές που έζησε στην Κρήτη, ενώ η Αποστολία Τζιβάρα, φιλόλογος και εκπαιδεύτρια ενηλίκων με εξειδίκευση στη σωφρονιστική επιστήμη, μιλά για τη θανατική ποινή.

    Βασίλης Λυμπέρης, o τελευταίος θανατοποινίτης
  6. Aug 16

    Το έγκλημα στον Λόφο του Φιλοπάππου

    Οι φωνές μιας κοπέλας που καλούσε απεγνωσμένα σε βοήθεια αναστάτωσαν όσους έκαναν τη βόλτα τους εκείνο το βράδυ στον Λόφο του Φιλοπάππου. Η 23χρονη από την Πορτογαλία έδειχνε την άκρη ενός βράχου, στη νοτιοδυτική πλευρά του λόφου, όπου βρισκόταν αιμόφυρτος ο φίλος της, ο 25χρονος Νίκος Μουστάκας. Είχε πέσει από ύψος 15 μέτρων και όταν έφτασαν οι διασώστες του ΕΚΑΒ ήταν ήδη νεκρός. Ήταν Δεκαπενταύγουστος του 2018 και η Αθήνα «πάγωσε» στην καρδιά του καλοκαιριού. Μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να φωτίσει τα γεγονότα ήταν η νεαρή κοπέλα, η οποία, όταν συνήλθε από το σοκ, περιέγραψε όσα είχαν συμβεί. Μίλησε για τρεις νεαρούς άνδρες που πλησίασαν το ζευγάρι με πρόσχημα ότι ήθελαν φωτιά. Αν και απομακρύνθηκαν αρχικά, επέστρεψαν λίγο αργότερα. Ο ένας ακινητοποίησε την κοπέλα, ενώ οι άλλοι δύο πλησίασαν τον Νίκο με σκοπό να τον ληστέψουν. Η κοπέλα δεν είδε τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Άκουσε μόνο τον Νίκο να προσπαθεί να τους πείσει να φύγουν, παίρνοντας το κινητό της και τα 60 ευρώ που είχε μαζί της. Τις στιγμές εκείνες προσπάθησε να προστατεύσει τόσο τον εαυτό του όσο και τη φίλη του, όμως η κατάσταση εξελίχθηκε τραγικά. Το αν τον έσπρωξαν ή αν έπεσε προσπαθώντας να ξεφύγει δεν έγινε αμέσως γνωστό. Το μόνο βέβαιο ήταν πως μια ληστεία είχε οδηγήσει σε έναν τραγικό θάνατο και ο Λόφος του Φιλοπάππου είχε μετατραπεί σε σκηνή εγκλήματος. Στο πόντκαστ η δημοσιογράφος Κάτια Νιάκαρη θυμάται πώς η Αστυνομία βρέθηκε στα ίχνη των δραστών και μιλά για το ποινικό τους παρελθόν, ενώ η Ελένη Λαζάρου, η Άννα Λίτινα και η Ντίνα Τσουκαλά θυμούνται χαρακτηριστικές στιγμές από την εκδίκαση της υπόθεσης στα Δικαστήρια Ανηλίκων και στο Μικτό Ορκωτό Αθηνών.

    Το έγκλημα στον Λόφο του Φιλοπάππου
  7. Aug 9

    Η διπλή γυναικοκτονία στο «Σωτηρία»

    Ο Βασίλης και η Δέσποινα παντρεύτηκαν πολύ μικροί. Αυτός ήταν 21 χρόνων, με βασανισμένα παιδικά χρόνια, λόγω της βάναυσης συμπεριφοράς των γονιών του, ενώ εκείνη μόλις είχε κλείσει τα 16 – βιαζόταν να μεγαλώσει και να ξεφύγει από τους γονείς της. Ο Βασίλης είχε ανάγκη από ζεστασιά, που κανείς δεν του είχε προσφέρει έως τότε, εκτός από τον παππού του, και αυτός για ένα μικρό χρονικό διάστημα που ήταν κοντά του. Ο γάμος φαινόταν να είναι το απάγκιο του, εκεί όπου θα έβρισκε αγάπη, γαλήνη και στοργή, μακριά απ’ αυτούς που του είχαν κολλήσει τη ρετσινιά του «τρελού», λόγω της παλαιότερης νοσηλείας του σε ψυχιατρικό ίδρυμα και του πρόωρου απολυτηρίου από τον στρατό, εξαιτίας αυτών των ψυχολογικών θεμάτων. Πίστευε ότι κάπου υπήρχε ένας άνθρωπος να καλύψει όλα τα κενά, να διορθώσει όλα όσα προηγήθηκαν. Και αυτός ο άνθρωπος ήταν η Δέσποινα. Παρά τις αντιρρήσεις των γονιών τους, οι δύο νέοι ανέβηκαν τα σκαλιά της εκκλησίας. Λίγους μήνες αργότερα, ο Βασίλης πήρε τη Δέσποινα κι έφυγαν για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον στη μια πλευρά του Ατλαντικού. Κάποια δουλειά θα έβρισκαν, αφού στην Αθήνα δεν είχαν και τις καλύτερες προοπτικές. Δουλειές του ποδαριού έκανε ο Βασίλης, ένα άγουρο κορίτσι ήταν η Δέσποινα. Τα δύο αγοράκια που ήρθαν γρήγορα στη ζωή τους δεν συμπλήρωσαν την ευτυχία τους. Η Δέσποινα ασφυκτιούσε στην Αμερική, της έλειπαν η οικογένεια και οι φίλοι της. Αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, χωρίς καν να τον ρωτήσει. Ο Βασίλης δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν ήθελε να τη χάσει, κι έτσι την ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το ζευγάρι, που περνούσε δύσκολα οικονομικά, εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα της μητέρας του Βασίλη, στου Ζωγράφου. Η γυναίκα, νιώθοντας ίσως τύψεις, προσπάθησε να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος. Αλλά και ο πατριός του έδειξε πρόθυμος να τον βοηθήσει να φτιάξει τη ζωή του στην Αθήνα. Ως πρώτο βήμα, τού παραχώρησε το ταξί του για να κάνει μεροκάματα και να συντηρήσει την οικογένειά του. Όλα έδειχναν ιδανικά. Αλλά όχι για πολύ… Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Κώστας Κυριακόπουλος, που είχε καλύψει το έγκλημα για την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», και Κατερίνα Μαστραντωνάκη, που είχε βρεθεί στο «Σωτηρία» με την κάμερα του Star. Επίσης η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Νάσια Σκαμπαρδώνη αναλύει το ψυχολογικό προφίλ του δράστη και συνδέει το έγκλημα με το σήμερα.

    Η διπλή γυναικοκτονία στο «Σωτηρία»
  8. Aug 2

    1999: Οι λεωφορειοπειρατείες που συγκλόνισαν την Ελλάδα

    Καλοκαίρι του 1999. Η Ελλάδα ζει στον ρυθμό του Χρηματιστηρίου, των ευρωεκλογών όπως και της προ-ολυμπιακής εποχής της ευμάρειας. Όμως μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, δύο λεωφορειοπειρατείες θα δοκιμάσουν τις αντοχές της Ελληνικής Αστυνομίας και θα καθηλώσουν μπροστά στις οθόνες τους εκατομμύρια τηλεθεατές. Οι πρωταγωνιστές ήταν δύο Αλβανοί μετανάστες. Ένας 25χρονος που είχε αδικηθεί, κατά τα λεγόμενά του, από την ελληνική δικαιοσύνη και ήθελε να αποκαταστήσει την τιμή του, και ένας 33χρονος, ο οποίος ήθελε να καταγγείλει τους αστυνομικούς, που, όπως υποστήριζε, του πήραν τα ταξιδιωτικά έγγραφα και τον κακοποίησαν. Ήταν δυο υποθέσεις-καρμπόν, που εξελίχθηκαν σε θρίλερ και μάλιστα σε ζωντανή σύνδεση, και τελείωσαν με αίμα. Η πρώτη επί αλβανικού εδάφους με θύμα, εκτός του πειρατή, τον 28χρονο Γιώργο Κουλούρη και η δεύτερη, έξω από τη Φλώρινα, με την εξουδετέρωση του δράστη. Οι δύο λεωφορειοπειρατείες του 1999 αποτέλεσαν σημείο καμπής για τη διαχείριση των ομηριών στην Ελλάδα. Η πρώτη έμεινε στη μνήμη ως μια τραγωδία που μεταδόθηκε ζωντανά σε όλη τη χώρα. Η δεύτερη ως μια επιχείρηση που έδειξε πόσο σημαντικός είναι ο συντονισμός, η διαπραγμάτευση και η ψυχραιμία σε κρίσιμες καταστάσεις. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2002, για να δημιουργηθεί Ομάδα Διαπραγματευτών Ομηριών και Κρίσεων στην Ελληνική Αστυνομία, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.  Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Πάνος Μανής, που είχε καλύψει τις λεωφορειοπειρατείες για τον τηλεοπτικό σταθμό Μega, και Δήμητρα Τζιότζιου, που δούλευε για τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha. Ακούγονται, επίσης, οι επιβάτες να περιγράφουν τον εφιάλτη που έζησαν όλες εκείνες τις ώρες.

    1999: Οι λεωφορειοπειρατείες που συγκλόνισαν την Ελλάδα

Ratings & Reviews

4.2
out of 5
12 Ratings

About

Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα από τον 19ο αι. μέχρι σήμερα.

You Might Also Like