Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα

Γεωργια Αγγελή

Ηχητικά θεατρικά έργα

  1. 12h ago

    🎭 Μικροί Φαρισαίοι του Δημήτρη Ψαθά: Η αρετή ως άλλοθι της απάτης

    Η υποκρισία σπάνια εμφανίζεται με το αληθινό της πρόσωπο. Προτιμά να φορά το κοστούμι της ευπρέπειας, να μιλά για αρχές και να κρατά στα χέρια της έναν κατάλογο φιλανθρωπικών εισφορών. Στους «Μικρούς Φαρισαίους», ο Δημήτρης Ψαθάς δεν σατιρίζει μόνο εκείνους που εξαπατούν, αλλά μια ολόκληρη κοινωνία που συγχωρεί κάθε αμαρτία, αρκεί να διαπράττεται με καλούς τρόπους. Ο κύριος Ντελής αποτελεί υπόδειγμα καθωσπρεπισμού. Εμφανίζεται έντιμος, φιλάνθρωπος και αφοσιωμένος στο κοινό καλό. Πίσω από τη δημόσια εικόνα του, όμως, κρύβονται μια εξωσυζυγική σχέση, οικονομικές καταχρήσεις και ένας μηχανισμός ψεύδους που έχει οργανωθεί με σχεδόν επαγγελματική ακρίβεια. Το φιλόπτωχο ταμείο, αντί να υπηρετεί όσους υποφέρουν, χρηματοδοτεί δώρα, ερωτικές εξυπηρετήσεις και προσωπικές επιθυμίες. Ο Ψαθάς συλλαμβάνει εδώ έναν από τους πιο ανθεκτικούς κοινωνικούς τύπους: τον άνθρωπο που δεν ενδιαφέρεται να είναι ηθικός, αλλά να θεωρείται ηθικός. Ο Ντελής χρειάζεται τη φιλανθρωπία όχι ως πράξη προσφοράς, αλλά ως κοινωνικό πιστοποιητικό. Με τις δωρεές του αγοράζει κύρος, με τις ηθικολογίες του απομακρύνει τις υποψίες και με τη δημόσια σοβαρότητά του εξασφαλίζει την ελευθερία να παρανομεί ιδιωτικά. Η κυρία του ταμείου συμμετέχει συνειδητά σε αυτήν τη συναλλαγή. Η φιλανθρωπική της δράση αποτελεί σκηνικό κοινωνικής προβολής και κάλυμμα της σχέσης της με τον Ντελή. Δεν παρουσιάζεται ως παθητικό θύμα, αλλά ως συνέταιρος στο θέατρο της αρετής. Γνωρίζει τους κανόνες, απολαμβάνει τα οφέλη και προστατεύει τη βιτρίνα, επειδή πίσω της εξασφαλίζει όσα επιθυμεί. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η στάση του συζύγου της. Βλέπει, υποψιάζεται και καταλαβαίνει, αλλά επιλέγει να μη γνωρίζει επισήμως. Η σιωπή του δεν γεννιέται από αφέλεια. Είναι μια επικερδής τύφλωση. Όσο το σύστημα τον ευνοεί, η προσβολή της συζυγικής του αξιοπρέπειας μπορεί να περιμένει. Έτσι ο Ψαθάς διευρύνει το πεδίο της ενοχής: φαρισαίος δεν είναι μόνο εκείνος που εξαπατά, αλλά και αυτός που ανέχεται την εξαπάτηση επειδή λαμβάνει το μερίδιό του. Μέσα σε αυτό το καλοστημένο δίκτυο εισβάλλει ο Αριστείδης. Καλοπροαίρετος, ευσυνείδητος και κοινωνικά αδέξιος, μοιάζει αρχικά ο πιο αδύναμος άνθρωπος του έργου. Δεν διαθέτει την πονηριά των υπολοίπων ούτε γνωρίζει πώς να αποκρύπτει όσα βλέπει. Ακριβώς γι’ αυτό γίνεται επικίνδυνος. Η αφέλειά του λειτουργεί σαν ανεξέλεγκτη δύναμη αλήθειας. Κάθε αδέξια παρέμβασή του τραβά μια κλωστή και λίγο λίγο ξηλώνεται ολόκληρο το ύφασμα της υποκρισίας. Το κωμικό στοιχείο οικοδομείται πάνω στη σύγκρουση δύο διαφορετικών γλωσσών. Από τη μία βρίσκονται οι περίτεχνες δικαιολογίες των ενόχων, τα μεγάλα λόγια περί ηθικής και οι τελετουργίες κοινωνικής ευπρέπειας. Από την άλλη βρίσκεται η απλή, κυριολεκτική λογική του Αριστείδη. Εκείνος παίρνει στα σοβαρά όσα οι υπόλοιποι χρησιμοποιούν ως προσχήματα και, χωρίς να το επιδιώκει, τους αναγκάζει να αντιμετωπίσουν τις αντιφάσεις τους. Οι «Μικροί Φαρισαίοι» ανήκουν στη μεταπολεμική Ελλάδα, σε μια κοινωνία που προσπαθεί να επιδείξει σταθερότητα, τάξη και ηθική ανασυγκρότηση. Πίσω, όμως, από την ευπρεπή επιφάνεια αναπτύσσονται πελατειακές σχέσεις, οικονομικές εξυπηρετήσεις και δίκτυα αμοιβαίας συγκάλυψης. Η φιλανθρωπία γίνεται μέσο κοινωνικής ανόδου, ενώ η πραγματική φτώχεια χρησιμοποιείται ως διακόσμηση της ευαισθησίας των προνομιούχων. Ο Ψαθάς αποφεύγει τη βαρύγδουπη καταγγελία. Προτιμά την ατάκα που τρυπά, την παρεξήγηση που αποκαλύπτει και το γέλιο που αφήνει τον ένοχο γυμνό μπροστά στο κοινό. Η σάτιρά του δεν στρέφεται εναντίον της ανθρώπινης αδυναμίας, αλλά εναντίον της αδυναμίας που μεταμφιέζεται σε αρετή και απαιτεί επιπλέον να χειροκροτηθεί. Στη σύγχρονη εποχή, οι φιλανθρωπικές φωτογραφίες, οι δημόσιες δηλώσεις ευαισθησίας και η επιδεικτική κοινωνική ευθύνη μπορούν ακόμη να λειτουργούν ως εξαγνισμός συμφερόντων. Η τεχνολογία άλλαξε τη βιτρίνα· δεν εξαφάνισε τον φαρισαϊσμό. Σήμερα η υποκρισία διαθέτει καλύτερη προβολή, επαγγελματική επικοινωνία και μεγαλύτερο κοινό. Η προσωπική μου ματιά στέκεται στον Αριστείδη, επειδή αποδεικνύει ότι η αλήθεια δεν χρειάζεται πάντοτε έναν ηρωικό τιμωρό. Μερικές φορές αρκεί ένας άνθρωπος που δεν έμαθε να ψεύδεται με την απαιτούμενη κομψότητα. Οι μικροί φαρισαίοι δεν είναι θεαματικοί εγκληματίες. Είναι καθημερινοί άνθρωποι που συμβιβάζουν τη συνείδησή τους σε μικρές δόσεις και ύστερα ονομάζουν την ιδιοτέλειά τους προσφορά. Κι αυτό είναι το πιο ανησυχητικό γέλιο του Ψαθά: γελάμε με εκείνους, ώσπου κάποια ατάκα μάς αναγκάζει να αναρωτηθούμε πόσο μικρός φαρισαίος κρύβεται μέσα μας. 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    🎭 Μικροί Φαρισαίοι του Δημήτρη Ψαθά: Η αρετή ως άλλοθι της απάτης
  2. 1d ago

    Βάτσλαβ Σίμπουλα Ένα συνηθισμένο Σάββατο, μια ασυνήθιστη εγκατάλειψη

    Το Σάββατο είναι η ημέρα κατά την οποία οι άνθρωποι επιστρέφουν στο σπίτι. Τι συμβαίνει, όμως, όταν κανείς δεν επιστρέφει στο σπίτι ενός ηλικιωμένου ανθρώπου; Ο Βάτσλαβ Σίμπουλα μετατρέπει μια φαινομενικά ακίνητη ημέρα σε οδυνηρή αναμέτρηση με τη μοναξιά, την ενοχή και τη φθορά των οικογενειακών δεσμών. Και τότε το συνηθισμένο γίνεται αβάσταχτο. Το «Ένα συνηθισμένο Σάββατο» οικοδομείται πάνω σε ένα ευφυές μεταθεατρικό εύρημα. Ένας Συγγραφέας παρουσιάζει το νέο έργο του σε έναν Σκηνοθέτη, εξηγεί τις προθέσεις του και υπερασπίζεται την αλήθεια των περιστατικών. Ο Σκηνοθέτης αμφιβάλλει. Μπορεί πράγματι ένας ηλικιωμένος να έχει εγκαταλειφθεί τόσο ολοκληρωτικά από παιδιά, συγγενείς και φίλους; Ή μήπως η δραματουργία θυσιάζει την αληθοφάνεια για να προκαλέσει συγκίνηση; Η διαφωνία τους δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό σχόλιο γύρω από τη θεατρική γραφή. Γίνεται η ηθική δίκη του θεατή. Ο Σκηνοθέτης εκφράζει την άμυνα του ανθρώπου που προτιμά να θεωρήσει την εγκατάλειψη υπερβολική, επειδή δυσκολεύεται να παραδεχθεί ότι είναι καθημερινή. Ο Συγγραφέας, αντίθετα, επιμένει πως το θέατρο δεν επινοεί πάντοτε τη σκληρότητα. Συχνά αποκαλύπτει εκείνη που η κοινωνία έχει μάθει να αποκρύπτει πίσω από κλειστές πόρτες. Στο δεύτερο επίπεδο του έργου βρίσκεται ο ηλικιωμένος άνδρας. Δεν παρουσιάζεται ως γραφική μορφή που ζητά τον οίκτο μας, αλλά ως άνθρωπος τον οποίο ο χρόνος έβγαλε σταδιακά από την κυκλοφορία. Η καθημερινότητά του επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά. Περιμένει έναν ήχο, ένα βήμα, μια φωνή. Κάθε μικρή κίνηση μοιάζει να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι εξακολουθεί να συμμετέχει στη ζωή των άλλων. Η βαθύτερη τραγωδία του δεν είναι μόνο ότι έμεινε μόνος. Είναι ότι αναγκάζεται να αναρωτιέται αν ευθύνεται ο ίδιος γι’ αυτή τη μοναξιά. Η εγκατάλειψη γεννά ενοχή ακόμη και στο θύμα της. Ο ηλικιωμένος ανασκαλεύει το παρελθόν, εξετάζει λάθη, λόγια και παραλείψεις, σαν να αναζητεί μια εξήγηση που θα έκανε την απουσία των αγαπημένων του λιγότερο παράλογη. Έτσι η μνήμη, αντί να προσφέρει παρηγοριά, γίνεται ανακριτής. Γραμμένο το 1964, το έργο ανήκει σε μια εποχή κατά την οποία η Τσεχοσλοβακία διακήρυσσε τη δύναμη της συλλογικότητας, ενώ μέσα στις ιδιωτικές ζωές παρέμεναν η αποξένωση και η δυσκολία της ουσιαστικής επικοινωνίας. Ο Σίμπουλα, βαθύς γνώστης της ραδιοφωνικής τέχνης, εμπιστεύεται τη φωνή, τη σιωπή και τον ανεπαίσθητο ήχο. Δεν χρειάζεται εντυπωσιακή εξωτερική δράση. Στο ακουστικό θέατρο μια παύση μπορεί να γίνει άδειο δωμάτιο και ένα τηλέφωνο που δεν χτυπά μπορεί να αποκτήσει το βάρος ολόκληρης καταδίκης. Το έργο παρουσιάστηκε και εκτός Τσεχοσλοβακίας, φτάνοντας έως την Αγγλία, τον Καναδά και τη Νέα Ζηλανδία, γεγονός που επιβεβαιώνει την οικουμενικότητα του θέματός του. Σήμερα η δραματουργική ερώτηση του Σκηνοθέτη ακούγεται σχεδόν πικρά ειρωνική. Ναι, ένας ηλικιωμένος μπορεί να ξεχαστεί. Μπορεί τα παιδιά του να αντικαταστήσουν την παρουσία με ένα βιαστικό τηλεφώνημα και την ευθύνη με μια οικονομική διευθέτηση. Η σύγχρονη κοινωνία δεν εγκαταλείπει πάντοτε τους γέροντες με θεαματική αγριότητα. Τους εγκαταλείπει ευγενικά, επικαλούμενη υποχρεώσεις, αποστάσεις και έλλειψη χρόνου. Στη δική μου ανάγνωση, το «Ένα συνηθισμένο Σάββατο» δεν κατηγορεί μόνο τα αχάριστα παιδιά. Θέτει ενώπιόν μας έναν πολιτισμό που υπολογίζει τον άνθρωπο ανάλογα με τη χρησιμότητά του. Όταν η παραγωγική του δύναμη μειωθεί, μειώνεται και η θέση που του παραχωρούμε στη ζωή μας. Μα ο γέροντας δεν ζητά φιλανθρωπία. Ζητά να μη διαγραφεί από τη μνήμη εκείνων στους οποίους κάποτε πρόσφερε τον χρόνο του. Αυτό είναι τελικά το έγκλημα του έργου: όχι μια πράξη βίας, αλλά μια παρατεταμένη απουσία. Γιατί η αγάπη δεν δοκιμάζεται όταν περισσεύει ο χρόνος. Δοκιμάζεται όταν πρέπει να τον προσφέρουμε. Και ίσως το πιο ασυνήθιστο σε αυτό το Σάββατο να μην είναι η εγκατάλειψη ενός γέροντα, αλλά το γεγονός ότι εξακολουθούμε να την ονομάζουμε συνηθισμένη. Ακούγονται οι ηθοποιοί: Γιάννης Παπαϊωάννου, Ανδρέας Ζεμπίλας, Ανδρέας Μαραγκός, Θεόδουλος Μωρέας, Μάχη Σειράκου Καζαμία, Ανδρέας Μούστρας, Γεώργιος Κομήτης, Τζένη Γαϊτανοπούλου, Μαρούσα Αβραμίδου, Νικίας Νικολαΐδης, Ανδρέας Ποταμίτης 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    Βάτσλαβ Σίμπουλα Ένα συνηθισμένο Σάββατο, μια ασυνήθιστη εγκατάλειψη
  3. 2d ago

    🪢 Ένα Μακάβριο Πάρτι Πάτρικ Χάμιλτον – Η διάνοια δίχως συνείδηση σκοτώνει

    Ένα μπαούλο δεσπόζει στο σαλόνι και μέσα του η ανθρώπινη ζωή έχει μετατραπεί σε αποδεικτικό μιας τερατώδους θεωρίας. Γύρω του στρώνεται ένα εκλεπτυσμένο δείπνο, ανταλλάσσονται φιλοφρονήσεις και γεμίζουν τα ποτήρια, ενώ ο θάνατος παραμένει ο αθέατος οικοδεσπότης. Στο «Ένα Μακάβριο Πάρτι» ο Πάτρικ Χάμιλτον δεν αναζητεί τον δολοφόνο. Ανατέμνει τη στιγμή κατά την οποία η ευφυΐα, αποκομμένη από την ηθική, διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος αξίζει να υπάρχει. Δύο νεαροί, καλλιεργημένοι και κοινωνικά προνομιούχοι, δολοφονούν έναν συμφοιτητή τους δίχως μίσος, συμφέρον ή προσωπική σύγκρουση. Το κίνητρό τους είναι πιο ανατριχιαστικό: θέλουν να αποδείξουν ότι μπορούν να διαπράξουν το τέλειο έγκλημα. Κρύβουν το σώμα του σε ένα μπαούλο και, με αλαζονεία που αγγίζει την τελετουργική βεβήλωση, χρησιμοποιούν το ίδιο μπαούλο ως τραπέζι για τη δεξίωση που ακολουθεί. Οι προσκεκλημένοι τρώνε επάνω από το πτώμα. Ανάμεσά τους βρίσκονται άνθρωποι που συνδέονται συναισθηματικά με τον νεκρό, καθώς και ο παλιός καθηγητής των δραστών, ο άνθρωπος που κάποτε περιέβαλε με τη γοητεία του πνεύματος επικίνδυνες θεωρίες περί εκλεκτών και ανώτερων ανθρώπων. Η σκηνή γίνεται ένας ασφυκτικός τόπος όπου η ευγένεια σκεπάζει τη φρίκη και οι κοινωνικοί τύποι υπηρετούν, εν αγνοία τους, την απόκρυψη του εγκλήματος. Ο Μπράντον δεν αρκείται στο ότι σκότωσε. Επιθυμεί να πλησιάσει την αποκάλυψη, να προκαλέσει την υποψία και να θαυμαστεί για την τόλμη του. Αντιμετωπίζει τον φόνο σαν πνευματική σύνθεση και τον εαυτό του σαν καλλιτέχνη που δημιούργησε ένα αριστούργημα απαγορευμένο στους κοινούς ανθρώπους. Πίσω από την ψυχρότητά του διακρίνεται ένας ναρκισσισμός σχεδόν μεταφυσικός. Δεν θέλει απλώς να ξεφύγει από τον νόμο. Θέλει να καταργήσει μέσα του την ίδια την έννοια του ορίου. Ο σύντροφός του, αντίθετα, λυγίζει. Το αλκοόλ, οι απότομες αντιδράσεις και οι ένοχες σιωπές του φανερώνουν ότι το σώμα θυμάται εκείνο που ο νους προσπαθεί να απωθήσει. Δεν είναι αθώος επειδή φοβάται. Η νευρικότητά του, όμως, αποδεικνύει ότι κάποιο ανθρώπινο κατάλοιπο αντιστέκεται ακόμη. Ο ένας έχει στραγγαλίσει ένα σώμα. Ο άλλος αισθάνεται τη θηλιά να σφίγγει τη δική του ψυχή. Ιδιαίτερη τραγικότητα αποκτά ο καθηγητής. Οι ιδέες που γι’ αυτόν αποτελούσαν διανοητική άσκηση έγιναν για τους μαθητές του άδεια φόνου. Όταν αρχίζει να υποψιάζεται την αλήθεια, δεν ερευνά μόνο ένα έγκλημα. Αναμετριέται με την ευθύνη του λόγου του. Το έργο θέτει έτσι ένα αμείλικτο ερώτημα: δικαιούται ο διανοούμενος να παίζει με ιδέες που, όταν περάσουν σε αδίστακτα χέρια, μπορούν να νομιμοποιήσουν τη βία; Γραμμένο στον Μεσοπόλεμο, όταν η Ευρώπη γοητευόταν ήδη από θεωρίες ισχύος, φυλετικής υπεροχής και απανθρωποποίησης του αδύναμου, το έργο του Χάμιλτον συλλαμβάνει το δηλητήριο προτού αυτό πλημμυρίσει την Ιστορία. Η επιρροή του Νίτσε δεν εμφανίζεται ως φιλοσοφία στην αυθεντική της πολυπλοκότητα, αλλά ως βολική παραποίηση: ο υπεράνθρωπος μετατρέπεται σε άλλοθι του ναρκισσιστή. Η σκέψη παύει να ελευθερώνει και αρχίζει να οπλίζει. Σήμερα το «μακάβριο πάρτι» έχει μεταφερθεί και στις φωτισμένες οθόνες μας. Η ταπείνωση γίνεται θέαμα, η βία περιεχόμενο και η ανθρώπινη δυστυχία αριθμός προβολών. Άνθρωποι διεκδικούν υπεροχή μέσω πλούτου, γνώσης, κοινωνικής δύναμης ή ψηφιακής επιρροής. Το έγκλημα ίσως να μην έχει πάντοτε ένα πτώμα, έχει όμως συχνά ένα θύμα που όλοι προσπερνούν. Για μένα, το μπαούλο του Χάμιλτον δεν κρύβει μόνο τον δολοφονημένο νέο. Κρύβει όλα όσα μια ευπρεπής κοινωνία γνωρίζει αλλά επιλέγει να μη φανερώνει, για να συνεχιστεί απρόσκοπτα η δεξίωση. Και αυτή είναι η πιο σκληρή δύναμη του έργου: δεν μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε από ασφαλή απόσταση. Μας τοποθετεί ανάμεσα στους καλεσμένους. Η αλήθεια, όταν ανοίξει το μπαούλο, δεν αποκαλύπτει μονάχα ένα έγκλημα. Αποκαλύπτει πόσο εύκολα ο πολιτισμένος άνθρωπος μπορεί να καθίσει δίπλα στη φρίκη, αρκεί εκείνη να έχει καλούς τρόπους. 🕯️

    🪢 Ένα Μακάβριο Πάρτι Πάτρικ Χάμιλτον – Η διάνοια δίχως συνείδηση σκοτώνει
  4. 3d ago

    🌙 Τρόμος τη νύχτα του Ζορζ Σιμενόν – Όταν ο φόβος ανακρίνει τη συνείδηση

    Η νύχτα του Σιμενόν δεν σκεπάζει απλώς το έγκλημα. Το κυοφορεί, το παραμορφώνει και το επιστρέφει στους ανθρώπους σαν ερώτημα που κανείς δεν θέλει να απαντήσει. Στον Τρόμο τη νύχτα, ο φόβος παύει να είναι αντίδραση απέναντι στον κίνδυνο και γίνεται μια αθέατη δύναμη που κυβερνά τη σκέψη. Κάτω από το ασθενικό φως της επαρχίας, οι σιωπές αποκτούν φωνή και η συνείδηση αρχίζει τη δική της ανάκριση. Ένα φαινομενικά ήσυχο βράδυ διαταράσσεται από έναν θάνατο, την παρουσία ενός αγνώστου και την αγωνία μιας γυναίκας πίσω από κλειστά παραθυρόφυλλα. Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ καλείται να αποκαταστήσει τη σειρά των γεγονότων. Ωστόσο, ο Σιμενόν δεν ενδιαφέρεται μόνο για το ποιος διέπραξε το έγκλημα. Εξετάζει τι είχε προηγηθεί μέσα στις ψυχές, ποια καταπιεσμένη επιθυμία, ποια ταπείνωση ή ποιος πανικός είχε ήδη προετοιμάσει την ανθρώπινη πτώση. Ο Μαιγκρέ δεν εισβάλλει στον κόσμο των υπόπτων σαν τιμωρός. Παρατηρεί, περιμένει και ακούει όσα οι άλλοι αποφεύγουν να πουν. Η μειλίχια στάση του δεν είναι αδυναμία, αλλά μέθοδος διείσδυσης. Γνωρίζει ότι ο άνθρωπος αποκαλύπτεται λιγότερο από τις επίσημες καταθέσεις του και περισσότερο από μια καθυστέρηση, μια αμήχανη κίνηση, μια λέξη που ειπώθηκε βιαστικά. Δεν αναζητεί ένα τέρας αποκομμένο από την κοινωνία. Αναζητεί τη στιγμή κατά την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος πέρασε το όριο. Η γυναίκα του θύματος βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε όσα γνωρίζει και σε όσα τολμά να ομολογήσει. Ο τρόμος της δεν αφορά μόνο μια εξωτερική απειλή. Τρέφεται από την κοινωνική καταδίκη, από τη μνήμη και πιθανόν από την ενοχή εκείνου που σώπασε όταν έπρεπε να μιλήσει. Ο μυστηριώδης ξένος, αντίθετα, συμπυκνώνει όλη την καχυποψία μιας κλειστής κοινότητας. Είναι ο άνθρωπος χωρίς αναγνωρίσιμη θέση και, γι’ αυτό, ο ευκολότερος φορέας κάθε υποψίας. Πίσω από την αστυνομική πλοκή διακρίνεται μια επαρχιακή κοινωνία που προστατεύει την ευπρέπειά της με κλειστές πόρτες. Οι άνθρωποι γνωρίζονται, αλλά σπάνια γνωρίζουν πραγματικά ο ένας τον άλλον. Η δημόσια υπόληψη έχει μεγαλύτερη αξία από την ιδιωτική αλήθεια, ενώ η διαφορετικότητα γεννά φόβο πριν ακόμη γεννήσει κατανόηση. Ο Σιμενόν αποκαλύπτει έτσι έναν κόσμο όπου η κοινωνική τάξη μπορεί να φαίνεται ακλόνητη, ενώ από κάτω της συσσωρεύονται μοναξιά, επιθυμία και απελπισία. Η ραδιοσκηνοθεσία του Μίκη Νικήτα υπηρετεί ιδανικά αυτή την ψυχολογία του αθέατου. Στο ηχητικό θέατρο, ένα βήμα στον δρόμο, ένας κομμένος ψίθυρος ή μια ανάσα πίσω από μια πόρτα μετατρέπονται σε γεγονότα. Η απουσία εικόνας εντείνει την απειλή, επειδή υποχρεώνει τον ακροατή να πλάσει μόνος του εκείνο που φοβάται. Ο τρόμος δεν παρουσιάζεται έτοιμος. Γεννιέται μέσα στη φαντασία μας. Το έργο συνομιλεί άμεσα και με τη σημερινή εποχή. Εξακολουθούμε να κατασκευάζουμε ενόχους από ενδείξεις, να φοβόμαστε τον άγνωστο και να αποδίδουμε σε ένα πρόσωπο το σκοτάδι μιας ολόκληρης κοινότητας. Στον δημόσιο κόσμο της ακαριαίας καταδίκης, η υποψία συχνά προηγείται της απόδειξης και η διαπόμπευση της κατανόησης. Ακούγοντας τον Τρόμο τη νύχτα, αισθάνομαι ότι ο Σιμενόν δεν μας ζητά να ανακαλύψουμε μόνο τον δράστη. Μας υποχρεώνει να εξετάσουμε τη δική μας ευκολία στην κρίση. Το βαθύτερο έγκλημα ίσως αρχίζει πολύ πριν από την πράξη, όταν η σιωπή γίνεται συνενοχή και ο φόβος αποκτά το δικαίωμα να αποφασίζει για εμάς. 🕯️ Γιατί το δυσκολότερο ερώτημα δεν είναι ποιος κρύφτηκε μέσα στη νύχτα, αλλά τι απέμεινε από τον άνθρωπο όταν ξημέρωσε. 🎭 Ηχητική απόδοση Ραδιοσκηνοθεσία: Μίκης Νικήτας Ηθοποιοί: Θεόδουλος Μωρέας, Ανδρέας Μούστρας, Χρήστος Ελευθεριάδης, Λουκία Παπανικολάου, Ανδρέας Ποταμίτης, Δημήτρης Φαντίδης, Γιάννης Ρουσσάκης Η ερμηνεία είναι μετρημένη, ακριβής, χωρίς υπερβολές. Οι φωνές κινούνται σαν σκιές μέσα στο σκοτάδι της ηχητικής σκηνογραφίας, αφήνοντας τον ακροατή να συμπληρώσει με τη φαντασία του τα κενά του φόβου. Η ραδιοφωνική παραγωγή λειτουργεί ως καθρέφτης των εσωτερικών τοπίων —όχι απλώς των εξωτερικών γεγονότων. 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    🌙 Τρόμος τη νύχτα του Ζορζ Σιμενόν – Όταν ο φόβος ανακρίνει τη συνείδηση
  5. 3d ago

    🏺 Μια κούπα γεμάτη χρυσάφι του Πλαύτου Ο πλούτος που γεννά τρόμο

    Ένας φτωχός άνθρωπος ανακαλύπτει έναν θησαυρό και, αντί να ελευθερωθεί από τη δυστυχία, γίνεται αιχμάλωτός του. Από τη στιγμή που ο Ευκλίων κρατά στα χέρια του τη χύτρα με το χρυσάφι, κάθε βλέμμα μετατρέπεται σε απειλή και κάθε άνθρωπος σε πιθανό κλέφτη. Ο Πλαύτος στήνει μια ανελέητη κωμωδία γύρω από μια πικρή αλήθεια: η κατοχή δεν γεννά πάντοτε ασφάλεια· συχνά γεννά τον τρόμο της απώλειας. Η «Aulularia», γνωστή ως «Η χύτρα» ή «Μια κούπα γεμάτη χρυσάφι», γράφτηκε στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα έργα της ρωμαϊκής κωμωδίας. Ο Ευκλίων, ένας ηλικιωμένος φτωχός, ανακαλύπτει στο σπίτι του ένα δοχείο γεμάτο χρυσά νομίσματα. Αντί να χαρεί, βυθίζεται σε παθολογική καχυποψία. Κρύβει τον θησαυρό, τον μεταφέρει διαρκώς και υποψιάζεται πως γείτονες, μάγειροι, δούλοι και περαστικοί συνωμοτούν για να τον ληστέψουν. Την ίδια ώρα, η κόρη του Φαίδρα είναι έγκυος από τον νεαρό Λυκωνίδη, ύστερα από μια πράξη που συντελέστηκε κατά τη διάρκεια θρησκευτικής γιορτής. Ο ηλικιωμένος και εύπορος Μεγάδωρος ζητά να την παντρευτεί χωρίς προίκα, μα ο Ευκλίων αδυνατεί να πιστέψει στην ανιδιοτέλειά του. Βλέπει στην πρόταση γάμου ακόμη μία παγίδα για την αρπαγή του χρυσού. Έτσι, δύο διαφορετικά μυστικά κυριαρχούν στο σπίτι: ο πατέρας κρύβει τον θησαυρό του και η κόρη την εγκυμοσύνη της. Το ένα αφορά την ύλη, το άλλο την ανθρώπινη ζωή. Ο Ευκλίων, όμως, ακούει μόνο τον κρότο των νομισμάτων. Ο ήρωας αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα και ισχυρότερα πρότυπα του θεατρικού φιλάργυρου. Η συμπεριφορά του αγγίζει τα όρια της ψυχαναγκαστικής εμμονής. Δεν απολαμβάνει τον πλούτο ούτε σκοπεύει να τον χρησιμοποιήσει. Τον φυλά σαν ιερό αντικείμενο, ενώ συγχρόνως βασανίζεται από την ύπαρξή του. Ο θησαυρός δεν ικανοποιεί κάποια ανάγκη· τροφοδοτεί έναν φόβο χωρίς τέλος. Όσο περισσότερο προσπαθεί να προστατεύσει τα χρήματα, τόσο περισσότερο χάνει την εσωτερική του ελευθερία. Ο Πλαύτος δεν παρουσιάζει τη φιλαργυρία ως απλή αγάπη για το κέρδος. Τη συνδέει με τη βαθιά ανασφάλεια του ανθρώπου που στερήθηκε και τώρα πιστεύει ότι η σωτηρία του βρίσκεται στην κατοχή. Ο Ευκλίων παραμένει φτωχός ακόμη και όταν αποκτά χρυσάφι, επειδή εξακολουθεί να σκέφτεται σαν άνθρωπος που κινδυνεύει να χάσει τα πάντα. Η φτώχεια έχει εγκατασταθεί μέσα του και κανένα νόμισμα δεν μπορεί να την εκδιώξει. Η Φαίδρα, αν και ουσιαστικά απούσα από τη σκηνική δράση, βρίσκεται στο κέντρο της ηθικής σύγκρουσης. Το σώμα και το μέλλον της αποφασίζονται από άντρες, σύμφωνα με τους θεσμούς μιας αυστηρά πατριαρχικής κοινωνίας. Ο Λυκωνίδης αναλαμβάνει τελικά την ευθύνη και ζητά να την παντρευτεί. Ωστόσο, η γυναικεία σιωπή παραμένει εύγλωττη: ενώ όλοι αγωνιούν για τον γάμο, την προίκα και το χρυσάφι, η ίδια η γυναίκα αντιμετωπίζεται περισσότερο ως αντικείμενο συμφωνίας παρά ως πρόσωπο με βούληση. Ο δούλος, ευκίνητος και πρακτικός, παρατηρεί όσα οι κύριοί του αδυνατούν να καταλάβουν. Όπως συχνά στην κωμωδία του Πλαύτου, η κοινωνική ιεραρχία ανατρέπεται μέσα από την ευφυΐα. Οι ελεύθεροι πολίτες γίνονται δέσμιοι των παθών τους, ενώ ο κοινωνικά ανελεύθερος δούλος κινεί τα νήματα της δράσης. Η εξουσία ανήκει τυπικά στους κυρίους, αλλά η κατανόηση της πραγματικότητας βρίσκεται χαμηλότερα. Το τέλος της «Aulularia» δεν διασώθηκε ακέραιο. Από μεταγενέστερες περιλήψεις γνωρίζουμε ότι ο θησαυρός επιστρέφεται, ο Λυκωνίδης παντρεύεται τη Φαίδρα και ο Ευκλίων αποδεσμεύεται τελικά από το χρυσάφι. Η απώλεια της τελευταίας πράξης μοιάζει σχεδόν συμβολική: το έργο φτάνει μέχρι εμάς χωρίς την πλήρη λύση του, όπως άλυτη παραμένει και η ανθρώπινη σχέση με την ιδιοκτησία. Η κωμωδία του Πλαύτου κληροδότησε στη δυτική σκηνή έναν αθάνατο χαρακτήρα και επηρέασε αποφασιστικά τον «Φιλάργυρο» του Μολιέρου. Σήμερα, η χύτρα μπορεί να έχει μεταμορφωθεί σε τραπεζικό λογαριασμό, ακίνητο ή κοινωνικό κύρος. Η αγωνία, όμως, παραμένει ίδια: αποκτούμε πράγματα για να αισθανθούμε ασφαλείς και καταλήγουμε να υπηρετούμε εκείνα που πιστεύαμε ότι μας ανήκουν. Ο Ευκλίων προκαλεί γέλιο επειδή φτάνει την καχυποψία του στα άκρα. Προκαλεί, όμως, και αμηχανία, επειδή αναγνωρίζουμε μέσα του έναν δικό μας φόβο. Η αληθινή φτώχεια δεν αρχίζει όταν ο άνθρωπος δεν έχει χρυσάφι. Αρχίζει όταν έχει πάψει να διαθέτει οτιδήποτε δεν μπορεί να φυλακίσει μέσα σε μια κλειδωμένη χύτρα. 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    🏺 Μια κούπα γεμάτη χρυσάφι του Πλαύτου Ο πλούτος που γεννά τρόμο
  6. 5d ago

    🎭 Μάνφρεντ του Λόρδου Μπάιρον – Η ενοχή δεν υπακούει ούτε στους θεούς

    Στις παγωμένες Άλπεις δεν υψώνεται μονάχα ένα κάστρο. Υψώνεται μια συνείδηση που αρνείται να γονατίσει, ακόμη κι όταν συντρίβεται από το ίδιο της το βάρος. Ο Μάνφρεντ δεν φοβάται τον θάνατο· φοβάται τη μνήμη που επιμένει να ζει. Και ο Μπάιρον οδηγεί τον θεατή εκεί όπου καμία ανθρώπινη ή υπερφυσική δύναμη δεν μπορεί να χαρίσει λήθη. Ο Μάνφρεντ, ένας αριστοκράτης προικισμένος με γνώση, εξουσία και απόκρυφες δυνάμεις, ζει απομονωμένος στο κάστρο του, ανάμεσα στις ψηλές Άλπεις. Καλεί τα επτά Πνεύματα του σύμπαντος, όχι για να αποκτήσει πλούτη, κυριαρχία ή αθανασία, αλλά για να λησμονήσει. Η απαίτησή του αποδεικνύεται αδύνατη. Τα Πνεύματα μπορούν να εξουσιάσουν τα στοιχεία της φύσης, όχι όμως να ανακαλέσουν μια ανθρώπινη πράξη. Η μνήμη δεν είναι υπηρέτης της μαγείας. Στο κέντρο του δράματος βρίσκεται η Αστάρτη, η γυναίκα που αγάπησε και κατέστρεψε. Ο Μπάιρον αποφεύγει να ονομάσει καθαρά το αμάρτημα που τους συνέδεσε. Η συγγένεια και το απαγορευμένο πάθος υποβάλλονται μέσα από υπαινιγμούς, αφήνοντας την ενοχή να αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη από μια ρητή ομολογία. Η Αστάρτη δεν λειτουργεί ως ολοκληρωμένος σκηνικός χαρακτήρας. Είναι η απουσία που απέκτησε σώμα, η νεκρή αγαπημένη που εξακολουθεί να κυβερνά τον ζωντανό. Ο Μάνφρεντ επιχειρεί να παραδοθεί στον θάνατο, αλλά σώζεται από τον Κυνηγό των αγριοκάτσικων. Η συνάντηση αυτή αποκαλύπτει δύο αντίθετες μορφές ύπαρξης. Ο Κυνηγός πατά στη γη, μοχθεί, συμπονά και προσφέρει το χέρι του χωρίς να ζητά εξηγήσεις. Ο Μάνφρεντ, αντίθετα, κατοικεί μέσα στη διάνοιά του σαν φυλακισμένος σε πύργο. Η ανθρώπινη αλληλεγγύη βρίσκεται μπροστά του, αλλά εκείνος την απορρίπτει, επειδή έχει πείσει τον εαυτό του ότι το βάσανό του υπερβαίνει κάθε κοινή παρηγοριά. Η Νεράιδα των Άλπεων τού προσφέρει βοήθεια με αντάλλαγμα την υπακοή. Ο Αριμάν, η Νέμεση και οι άλλες υπερφυσικές δυνάμεις απαιτούν επίσης αναγνώριση της κυριαρχίας τους. Εκείνος αρνείται. Ακόμη και μπροστά στον Αριμάν στέκεται όρθιος. Αυτή είναι η υπερηφάνεια και συγχρόνως το μεγαλείο του βυρωνικού ήρωα: δεν δέχεται σωτηρία που προϋποθέτει δουλεία. Ωστόσο, πίσω από την αδάμαστη αξιοπρέπειά του κρύβεται ένας θανάσιμος ναρκισσισμός. Ο Μάνφρεντ έχει μετατρέψει την οδύνη σε τίτλο ευγενείας και την ενοχή σε απόδειξη της μοναδικότητάς του. Ο Ηγούμενος του Αγίου Μαυρικίου εκπροσωπεί την τελευταία δυνατότητα συμφιλίωσης. Δεν πλησιάζει ως τιμωρός, αλλά ως άνθρωπος που προσφέρει μετάνοια και έλεος. Ο Μάνφρεντ, όμως, δεν μπορεί να δεχθεί συγχώρεση, διότι αυτό θα σήμαινε ότι η ψυχή του ανήκει σε μια εξουσία ανώτερη από τη δική του βούληση. Αποκρούει και τα δαιμονικά πνεύματα που έρχονται να τον διεκδικήσουν. Πεθαίνει χωρίς να παραδοθεί σε κανέναν, αλλά και χωρίς να έχει συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Ο Μπάιρον συνέθεσε το δραματικό αυτό ποίημα μετά την κατάρρευση του γάμου του και την αναχώρησή του από την Αγγλία, όταν η δημόσια ζωή του είχε δηλητηριαστεί από σκάνδαλα και φήμες, ανάμεσά τους και η υποψία αιμομικτικής σχέσης με την ετεροθαλή αδελφή του, Αουγκούστα Λη. Δεν μπορούμε να μετατρέψουμε τον Μάνφρεντ σε απλή αυτοβιογραφική ομολογία. Μπορούμε, όμως, να διακρίνουμε μέσα του την αγωνία ενός δημιουργού που είχε ήδη γνωρίσει τον κοινωνικό λιθοβολισμό και αρνιόταν να παραδώσει την ταυτότητά του στους δημόσιους κατηγόρους του. Το έργο γεννιέται στην καρδιά του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού, όταν το άτομο υψώνεται απέναντι στον Θεό, στη φύση, στην κοινωνία και στη μοίρα. Οι Άλπεις δεν αποτελούν εντυπωσιακό σκηνικό. Είναι το εξωτερικό ανάλογο της ψυχής του ήρωα: μεγαλειώδεις, απόκρημνες, απάνθρωπα ωραίες. Η φύση δεν τον παρηγορεί. Μεγεθύνει τη μοναξιά του. Στη σύγχρονη εποχή, ο Μάνφρεντ αποκτά ανησυχητική οικειότητα. Πίσω από επιτεύγματα, κοινωνικές εικόνες και αυτάρκεις προσωπικότητες κρύβονται συχνά άνθρωποι που δεν ζητούν βοήθεια, επειδή θεωρούν την ευαλωτότητα ήττα. Επιθυμούν να διαγράψουν το παρελθόν, όχι να το κατανοήσουν. Μα η ψυχική θεραπεία δεν είναι λήθη. Είναι η δύσκολη πράξη να κοιτάξεις όσα έκανες, να αναλάβεις την ευθύνη τους και να δεχθείς ότι κανείς δεν σώζεται απολύτως μόνος. Στη δική μου ανάγνωση, ο Μάνφρεντ δεν νικά τους δαίμονες. Απλώς δεν τους επιτρέπει να ονομάσουν δική τους την ψυχή του. Η τελευταία του αντίσταση έχει μεγαλείο, αλλά όχι ολοκληρωμένη λύτρωση. Ο Μπάιρον αφήνει πίσω του ένα ερώτημα σκληρότερο από κάθε μεταφυσική απειλή: όταν ο άνθρωπος αρνείται και την υποταγή και την αγάπη, τι απομένει από την ελευθερία του; Ίσως μόνο η μοναξιά του. Και η ενοχή που τον ακολουθεί μέχρι την τελευταία ανάσα. Ηχογράφηση: 1973 Σκηνοθεσία: Θάνος Κωτσόπουλος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Νίκος Χατζίσκος-Μάνφρεντ Νίκος Βανδώρος- αβάς Δημήτρης Κοντογιάννης- Χέρμαν Χρήστος Κωνσταντόπουλος- Άρμαν Τιτίκα Νίκη Τσιγκάλου- πρώτη μοίρα Έμη Σαράβα- δεύτερη μοίρα Νατάσα Μιχάλη- τρίτη μοίρα Νικηφοράκη-Νέμεση Μαριάννα Αρβανιτίδου- μάγισσα Αγγέλα Καζακίδου- φωνή και φάντασμα της Αστάρτης Αντώνης Ξενάκης- πρώτο πνεύμα Γιώργος Κατσάρας- δεύτερο πνεύμα Δημήτρης Παπαγιάννης- κυνηγός

    🎭 Μάνφρεντ του Λόρδου Μπάιρον – Η ενοχή δεν υπακούει ούτε στους θεούς
  7. 5d ago

    🎭 Η Ώρα της Μητέρας του Τζον Πρίστλεϊ – Όταν η καλοσύνη παύει να υπηρετεί

    Η οικογενειακή καταπίεση σπάνια εισβάλλει στο σπίτι με θόρυβο. Συνήθως φορά τις παντόφλες της συνήθειας, κάθεται στο στρωμένο τραπέζι και απαιτεί από έναν άνθρωπο να υπηρετεί τους πάντες χωρίς δικαίωμα στην κούραση. Στην Ώρα της Μητέρας, ο Τζον Πρίστλεϊ μετατρέπει ένα αστικό σαλόνι σε πεδίο αναμέτρησης ανάμεσα στην αγάπη και στην εκμετάλλευση. Και το γέλιο του, όσο ανάλαφρο κι αν ακούγεται, έχει δόντια. Η Άννι Πίρσον είναι η αθέατη δύναμη του σπιτιού της. Ο σύζυγός της, Τζορτζ, και τα παιδιά τους, Ντόρις και Σίριλ, αντιμετωπίζουν τη φροντίδα της σαν φυσικό φαινόμενο: πάντοτε διαθέσιμο, ανεξάντλητο και δίχως κόστος. Δεν είναι τέρατα. Είναι κάτι πολύ πιο οικείο και γι’ αυτό πιο επικίνδυνο: άνθρωποι που έμαθαν να θεωρούν την προσφορά δικαίωμά τους. Η Άννι, φοβούμενη τη σύγκρουση, έχει βαφτίσει την υποχώρηση αγάπη και την αυτοκατάργηση οικογενειακή γαλήνη. Απέναντί της στέκεται η κυρία Φιτζέραλντ, τραχιά, αποφασιστική, απαλλαγμένη από την ανάγκη να είναι αρεστή. Με την παράδοξη τέχνη της ανταλλαγής προσωπικοτήτων, η αδύναμη οικοδέσποινα αποκτά ξαφνικά τη φωνή και το θάρρος της γειτόνισσάς της. Η μαγική επινόηση δεν υπηρετεί τη φυγή από την πραγματικότητα. Επιτρέπει στον Πρίστλεϊ να πραγματοποιήσει ένα κοινωνικό πείραμα: τι συμβαίνει όταν εκείνη που υπηρετούσε σταματήσει να υπακούει; Η μεταμορφωμένη Άννι καπνίζει, παίζει χαρτιά, αρνείται να ετοιμάσει φαγητό και απαντά στις απαιτήσεις με αφοπλιστική ψυχρότητα. Το σπίτι αναστατώνεται όχι επειδή διαπράχθηκε κάποιο έγκλημα, αλλά επειδή η μητέρα διεκδίκησε ελεύθερο χρόνο. Μέσα από αυτή την κωμική αντιστροφή, ο συγγραφέας αποκαλύπτει μια σκληρή αλήθεια: η οικογένεια δεν είχε γνωρίσει την Άννι ως πρόσωπο, αλλά ως λειτουργία. Μόλις η λειτουργία παύει, όλοι ανακαλύπτουν έντρομοι τον άνθρωπο. Ο Τζορτζ κρύβει πίσω από την ανδρική του αυταρέσκεια έναν βαθύ φόβο γελοιοποίησης. Η Ντόρις και ο Σίριλ δεν στερούνται συναισθήματος, αλλά έχουν ανατραφεί μέσα στη βεβαιότητα ότι κάποιος άλλος θα τακτοποιεί τις συνέπειες της ζωής τους. Η κυρία Φιτζέραλντ γίνεται έτσι η ανατρεπτική παιδαγωγός μιας οικογένειας που δεν πρόκειται να αλλάξει με παρακάλια. Τους υποχρεώνει να αισθανθούν την απουσία της φροντίδας, ώστε να αντιληφθούν την αξία της. Γραμμένο στη μεταπολεμική Βρετανία, το μονόπρακτο αγγίζει τον πυρήνα μιας κοινωνικής υποκρισίας. Η γυναίκα είχε εργαστεί, αντέξει και στηρίξει την οικογένεια στα δύσκολα χρόνια, όμως μέσα στο σπίτι εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται ως άμισθο υπηρετικό προσωπικό. Ο Πρίστλεϊ δεν εξιδανικεύει τη μητρότητα. Υπερασπίζεται τη μητέρα ως άνθρωπο, με χρόνο, επιθυμίες, κόπωση και αξιοπρέπεια. Η κωμωδία παραμένει οδυνηρά σύγχρονη. Ακόμη και σήμερα, η οικιακή φροντίδα συχνά θεωρείται αυτονόητη, ώσπου εκείνος που την προσφέρει να εξαντληθεί ή να αποσυρθεί. Η προσωπική μου ανάγνωση βλέπει στην Άννι όχι μια γυναίκα που πρέπει να γίνει σκληρή, αλλά έναν άνθρωπο που οφείλει να πάψει να εξαφανίζεται για να αποδεικνύει ότι αγαπά. Η Ώρα της Μητέρας δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά δικαιοσύνη μέσα στην καθημερινότητα. Γιατί η αγάπη που απαιτεί διαρκή αυτοθυσία δεν είναι αρετή. Είναι ένας ευγενικά διατυπωμένος δεσποτισμός. Και η στιγμή που ένας άνθρωπος λέει επιτέλους όχι, μπορεί να είναι η πρώτη στιγμή κατά την οποία ακούγεται αληθινά το ναι της καρδιάς του. 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    🎭 Η Ώρα της Μητέρας του Τζον Πρίστλεϊ – Όταν η καλοσύνη παύει να υπηρετεί

Ratings & Reviews

5
out of 5
2 Ratings

About

Ηχητικά θεατρικά έργα

You Might Also Like