Μια πολυκατοικία στην Κυψέλη, μια αυταρχική οικοδέσποινα και μια Ελληνίδα μεταμφιεσμένη σε Ιταλίδα αρκούν για να στηθεί μια από τις πιο εύστοχες κωμικές παγίδες του νεοελληνικού θεάτρου. Ο Νίκος Τσιφόρος και ο Πολύβιος Βασιλειάδης δεν γελούν απλώς με τη ξενομανία· αποκαλύπτουν την ανασφάλεια που την τροφοδοτεί. Πίσω από τις ιταλικές λέξεις, τις προσποιήσεις και τα οικογενειακά τεχνάσματα κρύβεται μια κοινωνία που δυσκολεύεται να αποδεχθεί τον εαυτό της. Στη «Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη», το ψέμα δεν εισβάλλει στην οικογένεια ως ηθική εκτροπή, αλλά ως μέσο άμυνας απέναντι σε μια εξουσία παράλογη και σχεδόν απόλυτη. Ο Αντώνης επιστρέφει από την Ιταλία μαζί με την αγαπημένη του Μπιάνκα. Εκείνη είναι Ελληνίδα, πρέπει όμως να παρουσιαστεί ως Ιταλίδα για να γίνει δεκτή από την Τούλα, την αδελφή του Αντώνη, η οποία ελέγχει την οικογενειακή περιουσία και μαζί της τις ζωές των υπολοίπων. Η δραματουργική ευφυΐα των συγγραφέων βρίσκεται στην απλότητα της σύλληψης. Μια ψεύτικη εθνικότητα αρκεί για να αποδιοργανώσει ένα ολόκληρο σύστημα προκαταλήψεων. Η Μπιάνκα παραμένει το ίδιο πρόσωπο· αλλάζει μονάχα η ετικέτα της. Κι όμως, στα μάτια της Τούλας, η αλλαγή αυτή την καθιστά αίφνης εκλεκτή, πολιτισμένη και επιθυμητή. Η σάτιρα δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή της. Η αντίφαση μιλά από μόνη της. Η Τούλα είναι ο ισχυρότερος χαρακτήρας του έργου, επειδή δεν αποτελεί απλώς μια γραφική ξενομανή. Η περιφρόνησή της προς καθετί ελληνικό γεννιέται από προσωπική απογοήτευση και μετατρέπεται σε γενικευμένη καταδίκη. Αντί να αναμετρηθεί με το τραύμα της, το προβάλλει σε έναν ολόκληρο λαό. Με αυτόν τον ψυχικό μηχανισμό αποκτά την ψευδαίσθηση ότι δεν εξαπατήθηκε από έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, αλλά υπήρξε θύμα μιας κατώτερης νοοτροπίας. Η ξενομανία της είναι συνεπώς μια κοινωνικά μεταμφιεσμένη πικρία. Η οικονομική της δύναμη ενισχύει την ψυχολογική κυριαρχία της. Δεν διαχειρίζεται μόνο χρήματα· μοιράζει άδειες ζωής. Ο Αντώνης, αν και μορφωμένος και κοσμογυρισμένος, παραμένει δεμένος στον οικογενειακό ομφάλιο λώρο. Εκπροσωπεί μια νέα γενιά που επιθυμεί να ορίσει τη μοίρα της, αλλά δεν έχει ακόμη κατακτήσει την υλική και συναισθηματική ανεξαρτησία της. Η Μπιάνκα, αντίθετα, δεν είναι ένα παθητικό ερωτικό έπαθλο. Με ευστροφία, αυτοκυριαρχία και θεατρικό ένστικτο υποδύεται τον ρόλο που της επιβάλλει η προκατάληψη, ώσπου να αποδείξει τον παραλογισμό της. Η μεταμφίεσή της θυμίζει πως η κοινωνική ταυτότητα συχνά δεν κρίνεται από την αλήθεια, αλλά από το περίβλημα που οι άλλοι είναι πρόθυμοι να θαυμάσουν. Δίπλα στην Τούλα, ο Πολυκράτης ενσαρκώνει τη σιωπηλή ήττα του ανθρώπου που έχει συνηθίσει τόσο πολύ την καταπίεση, ώστε τη μετατρέπει σε καθημερινότητα. Η υπομονή του προκαλεί γέλιο, αλλά το γέλιο αφήνει μια ελαφριά πικρή γεύση. Κάθε υποχώρησή του δείχνει πόσο εύκολα η ειρήνη μέσα σε ένα σπίτι μπορεί να αγοραστεί με το τίμημα της προσωπικής αξιοπρέπειας. Η Κυψέλη της δεκαετίας του 1960 δεν επιλέγεται τυχαία. Είναι ένας τόπος αστικής ανόδου, όπου η παλιά Αθήνα συναντά τη νεόκοπη ευρωπαϊκή φιλοδοξία. Η Ελλάδα προσπαθεί να απομακρυνθεί από τη μεταπολεμική στέρηση και να φορέσει τα ενδύματα της Δύσης. Συχνά, όμως, υιοθετεί το ύφος χωρίς το περιεχόμενο, τη λέξη χωρίς τη σκέψη, την εικόνα χωρίς την ουσία. Εδώ βρίσκεται και η διαχρονικότητα του έργου. Σήμερα η «Ιταλίδα» μπορεί να μην έρχεται από τη Ρώμη. Μπορεί να εμφανίζεται μέσα από ξενόγλωσσους τίτλους, κοινωνικά δίκτυα, εμπορικά πρότυπα και δανεικές ταυτότητες. Η ανάγκη να θεωρηθούμε σημαντικοί επειδή μοιάζουμε με κάποιον άλλον παραμένει βαθιά ριζωμένη. Η τελική νίκη του έρωτα δεν καταργεί ολοκληρωτικά την προκατάληψη. Την παρακάμπτει με μια επιτυχημένη παράσταση. Κι αυτό είναι το πιο τολμηρό σχόλιο των Τσιφόρου και Βασιλειάδη: σε έναν κόσμο αιχμάλωτο των εντυπώσεων, η αλήθεια χρειάζεται κάποτε να μεταμφιεστεί για να γίνει αποδεκτή. Το γέλιο τότε παύει να είναι διασκέδαση και γίνεται αφύπνιση. Γιατί η μεγαλύτερη κωμωδία αρχίζει τη στιγμή που ντρεπόμαστε γι’ αυτό που είμαστε και η μεγαλύτερη λύτρωση όταν παύουμε να ζητούμε ξένη άδεια για να αγαπήσουμε τον εαυτό μας. Ραδιοσκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρομμάτης Ακούγονται οι ηθοποιοί: ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΟΞΑΡΑΣ, ΡΕΝΑ ΒΕΝΙΕΡΗ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΣΧΙΔΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΟΥΣΗΣ, ΕΙΡΗΝΗ ΚΟΥΜΑΡΙΑΝΟΥ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΠΟΜΠΟΥ, ΑΝΝΑ ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΗ, ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΝΑΝΕΡΗΣ, ΒΟΥΛΑ ΧΑΡΙΛΑΟΥ 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖