Με ιδιαίτερη ανυπομονησία έφτασε στα χέρια μου το τεύχος Μαρτίου του «Sight and Sound», το οποίο περιλαμβάνει μια μεγάλη κεντρική συνέντευξη του Πολ Τόμας Άντερσον στον έμπειρο δημοσιογράφο Τζέιμς Μπελ. Στην αρχή της συζήτησης θίγεται η προσδοκία που είχε ο σκηνοθέτης από το κοινό για τη νέα του ταινία. Ο Άντερσον αναφέρει ότι όταν τη δοκίμασε σε τυχαίο κοινό σε διαφορετικές πόλεις των ΗΠΑ, οι θεατές την απόλαυσαν και γελούσαν, είτε προβαλλόταν σε «κόκκινη» είτε σε «γαλάζια» Πολιτεία. Για τον ίδιο αυτό ήταν απόδειξη ότι το κοινό ήθελε απλώς να ψυχαγωγηθεί και δεν απογοητεύτηκε. Περισσότερο ως διευκρίνιση παρά ως άμυνα, υπενθυμίζει στον δημοσιογράφο του βρετανικού περιοδικού ότι, ανεξάρτητα από την επικαιρότητα, σκεφτόταν εδώ και περίπου είκοσι χρόνια να μεταφέρει στον κινηματογράφο το «Vineland» του Τόμας Πίντσον. Όπως λέει, κάποτε ήρθε η σωστή στιγμή να το γυρίσει με τον Λεονάρντο ντι Κάπριο, προτού χαθεί το ηλικιακό momentum για τον συγκεκριμένο πρωταγωνιστή, μαζί και η ευκαιρία. Το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στο πολιτικό προσκήνιο το θεωρεί σύμπτωση. Κατά τον Άντερσον, οι ίδιες επικεφαλίδες θα ίσχυαν χθες, σήμερα ή και αύριο, όπως και στο παρελθόν. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν η ιστορία που κρατούσε στα χέρια του και το «διαρκές παρόν» που πραγματεύεται, μια κοινωνική ασθένεια που επαναλαμβάνεται στον χρόνο. Όπως το θέτει ο ίδιος: «Η ταινία δεν έχει να κάνει με το πολιτικό κλίμα. Μου πέρασε από το μυαλό, αλλά το απέρριψα γρήγορα. Ποιος πάει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται όταν ο κόσμος ήδη φλέγεται; Εγώ πάντως όχι. Βέβαια, όταν είδα μια κυβερνητική δύναμη να καταφθάνει σε μια πόλη και να μαντρώνει τους κατοίκους προς ίδιον όφελος, σκέφτηκα για μια στιγμή μήπως κέρδισα το λαχείο. Αλλά και πάλι…» Στην πραγματικότητα, ο Άντερσον είχε ολοκληρώσει το σενάριο πολύ πριν ο Τραμπ αναλάβει για δεύτερη φορά την προεδρία. Σε άλλο σημείο της συνέντευξης γίνεται σαφές ότι ο Αμερικανός σκηνοθέτης δεν είναι προϊόν πολιτικής ζύμωσης ούτε προέρχεται από κάποια ακτιβιστική οικογένεια. Είναι, πάνω απ’ όλα, παιδί του σινεμά. Μεγάλωσε στην κοιλάδα του Σαν Φερνάντο, το σκηνικό του «Licorice Pizza», και διαμόρφωσε την κινηματογραφική του παιδεία όχι από τις κριτικές της Πολίν Κέιλ, όπως ο Ταραντίνο που την είχε σχεδόν ως είδωλο, αλλά από τεχνικά άρθρα του «American Cinematographer». Οι κινηματογραφικές του επιρροές είναι ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο Τζορτζ Λούκας και κυρίως ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, τον οποίο θαυμάζει βαθιά, από το «Sugarland Express» και τα «Σαγόνια του καρχαρία» μέχρι τις «Στενές επαφές τρίτου τύπου» και τον «E.T.». Τον θεωρεί πραγματικό είδωλο και τον μελετά ως σκηνοθέτη που δουλεύει με την ενέργεια και την τόλμη ενός ανεξάρτητου δημιουργού μέσα σε στούντιο. Ο μοναδικός του «εθισμός» είναι ο κινηματογράφος. Επιμένει μάλιστα στη χρήση φιλμ, παρά το υψηλό κόστος, γιατί θέλει να ακούει τον θόρυβο και να νιώθει την ενέργεια της μηχανής. Πιστεύει ότι ορισμένα στελέχη της βιομηχανίας πείθουν πιο αδύναμους σκηνοθέτες πως το ψηφιακό είναι απλώς φθηνότερο και καλύτερο κάτι που ο ίδιος δεν αποδέχεται. Η νέα του ταινία, «Μια μάχη μετά την άλλη», έχει προκαλέσει διχογνωμία γύρω από την πολιτική της ταυτότητα. Ορισμένοι συντηρητικοί Ρεπουμπλικάνοι την κατηγόρησαν για υποκίνηση βίας, ενώ κάποιοι προοδευτικοί αναρωτήθηκαν για την υποτιθέμενη ουδετερότητά της. Αν όμως τη δει κανείς στην πραγματική της διάσταση, με το πικρό χιούμορ να πλαισιώνει αξέχαστους χαρακτήρες που διασταυρώνονται απρόβλεπτα, τότε πρόκειται για έναν κλασικό Άντερσον στην καλύτερη στιγμή του. Μια ταινία για τις σχέσεις και την οικογένεια, την κοινότητα και την κοινωνία, την πίστη και τις ψευδαισθήσεις, μέσα σε ένα ανήσυχο αλαλούμ που μόνο ένας σπουδαίος σκηνοθέτης θα μπορούσε να οργανώσει και να οδηγήσει μέχρι εκείνο το χαρακτηριστικό, σχεδόν ποιητικό φινάλε στην ανισόπεδη άσφαλτο. Ίσως, λοιπόν, αξίζει να θυμηθούμε ποιος βρίσκεται πίσω από την ταινία που αναμένεται να σαρώσει τα σημαντικά Όσκαρ και τι πραγματεύεται πραγματικά το φιλμ που αποσπά το ένα βραβείο μετά το άλλο.