Pulp Fiction

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος

Το podcast του κινηματογραφικού κριτικού της LIFO, Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου

  1. 7H AGO

    «Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

    Με ιδιαίτερη ανυπομονησία έφτασε στα χέρια μου το τεύχος Μαρτίου του «Sight and Sound», το οποίο περιλαμβάνει μια μεγάλη κεντρική συνέντευξη του Πολ Τόμας Άντερσον στον έμπειρο δημοσιογράφο Τζέιμς Μπελ. Στην αρχή της συζήτησης θίγεται η προσδοκία που είχε ο σκηνοθέτης από το κοινό για τη νέα του ταινία. Ο Άντερσον αναφέρει ότι όταν τη δοκίμασε σε τυχαίο κοινό σε διαφορετικές πόλεις των ΗΠΑ, οι θεατές την απόλαυσαν και γελούσαν, είτε προβαλλόταν σε «κόκκινη» είτε σε «γαλάζια» Πολιτεία. Για τον ίδιο αυτό ήταν απόδειξη ότι το κοινό ήθελε απλώς να ψυχαγωγηθεί και δεν απογοητεύτηκε. Περισσότερο ως διευκρίνιση παρά ως άμυνα, υπενθυμίζει στον δημοσιογράφο του βρετανικού περιοδικού ότι, ανεξάρτητα από την επικαιρότητα, σκεφτόταν εδώ και περίπου είκοσι χρόνια να μεταφέρει στον κινηματογράφο το «Vineland» του Τόμας Πίντσον. Όπως λέει, κάποτε ήρθε η σωστή στιγμή να το γυρίσει με τον Λεονάρντο ντι Κάπριο, προτού χαθεί το ηλικιακό momentum για τον συγκεκριμένο πρωταγωνιστή, μαζί και η ευκαιρία. Το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στο πολιτικό προσκήνιο το θεωρεί σύμπτωση. Κατά τον Άντερσον, οι ίδιες επικεφαλίδες θα ίσχυαν χθες, σήμερα ή και αύριο, όπως και στο παρελθόν. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν η ιστορία που κρατούσε στα χέρια του και το «διαρκές παρόν» που πραγματεύεται, μια κοινωνική ασθένεια που επαναλαμβάνεται στον χρόνο. Όπως το θέτει ο ίδιος: «Η ταινία δεν έχει να κάνει με το πολιτικό κλίμα. Μου πέρασε από το μυαλό, αλλά το απέρριψα γρήγορα. Ποιος πάει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται όταν ο κόσμος ήδη φλέγεται; Εγώ πάντως όχι. Βέβαια, όταν είδα μια κυβερνητική δύναμη να καταφθάνει σε μια πόλη και να μαντρώνει τους κατοίκους προς ίδιον όφελος, σκέφτηκα για μια στιγμή μήπως κέρδισα το λαχείο. Αλλά και πάλι…» Στην πραγματικότητα, ο Άντερσον είχε ολοκληρώσει το σενάριο πολύ πριν ο Τραμπ αναλάβει για δεύτερη φορά την προεδρία. Σε άλλο σημείο της συνέντευξης γίνεται σαφές ότι ο Αμερικανός σκηνοθέτης δεν είναι προϊόν πολιτικής ζύμωσης ούτε προέρχεται από κάποια ακτιβιστική οικογένεια. Είναι, πάνω απ’ όλα, παιδί του σινεμά. Μεγάλωσε στην κοιλάδα του Σαν Φερνάντο, το σκηνικό του «Licorice Pizza», και διαμόρφωσε την κινηματογραφική του παιδεία όχι από τις κριτικές της Πολίν Κέιλ, όπως ο Ταραντίνο που την είχε σχεδόν ως είδωλο, αλλά από τεχνικά άρθρα του «American Cinematographer». Οι κινηματογραφικές του επιρροές είναι ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο Τζορτζ Λούκας και κυρίως ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, τον οποίο θαυμάζει βαθιά, από το «Sugarland Express» και τα «Σαγόνια του καρχαρία» μέχρι τις «Στενές επαφές τρίτου τύπου» και τον «E.T.». Τον θεωρεί πραγματικό είδωλο και τον μελετά ως σκηνοθέτη που δουλεύει με την ενέργεια και την τόλμη ενός ανεξάρτητου δημιουργού μέσα σε στούντιο. Ο μοναδικός του «εθισμός» είναι ο κινηματογράφος. Επιμένει μάλιστα στη χρήση φιλμ, παρά το υψηλό κόστος, γιατί θέλει να ακούει τον θόρυβο και να νιώθει την ενέργεια της μηχανής. Πιστεύει ότι ορισμένα στελέχη της βιομηχανίας πείθουν πιο αδύναμους σκηνοθέτες πως το ψηφιακό είναι απλώς φθηνότερο και καλύτερο κάτι που ο ίδιος δεν αποδέχεται. Η νέα του ταινία, «Μια μάχη μετά την άλλη», έχει προκαλέσει διχογνωμία γύρω από την πολιτική της ταυτότητα. Ορισμένοι συντηρητικοί Ρεπουμπλικάνοι την κατηγόρησαν για υποκίνηση βίας, ενώ κάποιοι προοδευτικοί αναρωτήθηκαν για την υποτιθέμενη ουδετερότητά της. Αν όμως τη δει κανείς στην πραγματική της διάσταση, με το πικρό χιούμορ να πλαισιώνει αξέχαστους χαρακτήρες που διασταυρώνονται απρόβλεπτα, τότε πρόκειται για έναν κλασικό Άντερσον στην καλύτερη στιγμή του. Μια ταινία για τις σχέσεις και την οικογένεια, την κοινότητα και την κοινωνία, την πίστη και τις ψευδαισθήσεις, μέσα σε ένα ανήσυχο αλαλούμ που μόνο ένας σπουδαίος σκηνοθέτης θα μπορούσε να οργανώσει και να οδηγήσει μέχρι εκείνο το χαρακτηριστικό, σχεδόν ποιητικό φινάλε στην ανισόπεδη άσφαλτο. Ίσως, λοιπόν, αξίζει να θυμηθούμε ποιος βρίσκεται πίσω από την ταινία που αναμένεται να σαρώσει τα σημαντικά Όσκαρ και τι πραγματεύεται πραγματικά το φιλμ που αποσπά το ένα βραβείο μετά το άλλο.

    18 min
  2. JAN 28

    Οι 16 οσκαρικές υποψηφιότητες του «Sinners» δεν είναι έκπληξη!

    Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος μιλά για την απρόσμενη ή ίσως απόλυτα δικαιολογημένη οσκαρική επέλαση του «Sinners» του Ράιαν Κούγκλερ. Η ταινία που βγήκε στις αίθουσες τη Μεγάλη Πέμπτη έμεινε «ζωντανή» στο ελληνικό box office για δέκα εβδομάδες και τώρα γράφει ιστορία στο Χόλιγουντ, κατακτώντας 16 υποψηφιότητες και σπάζοντας ρεκόρ δεκαετιών. Οι «Αμαρτωλοί» είναι ένα υβρίδιο μουσικού δράματος και horror, μια αλληγορία πάνω στην αφροαμερικανική εμπειρία, τον ρατσισμό και την ανάγκη μιας κοινότητας να προστατεύσει τον χώρο και τη φωνή της. Δύο αδέλφια ανοίγουν ένα blues club στον Νότο του ’30 και βρίσκονται αντιμέτωπα με βρικόλακες, μια αφήγηση που λειτουργεί ταυτόχρονα ως λαϊκό θέαμα και πολιτικό σχόλιο. Η τόλμη της θεματικής, η μουσική ενέργεια και η σκηνοθετική αυτοπεποίθηση του Κούγκλερ μετατρέπουν το φιλμ σε κάτι που δύσκολα ταξινομείται, γι’ αυτό ξεχωρίζει. Απέναντί του βρίσκεται το «Μια μάχη μετά την άλλη» του Πολ Τόμας Άντερσον, με 13 υποψηφιότητες και την αύρα του καλλιτεχνικού φαβορί της χρονιάς. Ένα φιλμ που εκπροσωπεί την «παλιά σχολή» του αμερικανικού auteur σινεμά και δίνει στην Ακαδημία την ευκαιρία να τιμήσει έναν σκηνοθέτη που, παρά την καθολική αναγνώριση, δεν έχει ακόμα κερδίσει Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Στο ενδιάμεσο: ερμηνευτικά φαβορί, τεχνικές κατηγορίες-κλειδιά, η δυναμική της «μαύρης ψήφου», η παρουσία του Γιώργου Λάνθιμου στη δεκάδα καλύτερης ταινίας και η μεγάλη μονομαχία δύο παραγωγών της Warner που διεκδικούν την κορυφή. Οι «Αμαρτωλοί» απέδειξαν ότι δεν χρειάζεται να είσαι ασφαλής επιλογή για να φτάσεις στην κορυφή. Μένει να δούμε αν θα γράψουν ιστορία και τη βραδιά των Όσκαρ.

    21 min
  3. JAN 8

    «Καποδίστριας»: Έχει σημασία η ιστορική ακρίβεια της ταινίας;

    Με αφορμή τη σαρωτική εμπορική επιτυχία της ταινίας «Καποδίστριας», που σε λιγότερο από δύο εβδομάδες πλησιάζει τα 400.000 εισιτήρια, το σινεμά επιστρέφει, κάπως απρόσμενα, στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Όχι μόνο ως ψυχαγωγία, αλλά και ως αφορμή για ιδεολογική σύγκρουση, ιστορική αντιπαράθεση και πολιτισμικό διχασμό. Συζητάμε με τον Τάσο Σακελλαρόπουλο για το πώς και γιατί μια βιογραφική ταινία μπορεί να λειτουργήσει περισσότερο ως σύμβολο παρά ως έργο τέχνης, για τη λεπτή γραμμή μεταξύ του σεβασμού της Ιστορίας και της μυθοποίησή της αλλά και για το δικαίωμα ή την υποχρέωση της κριτικής σε «δύσκολους καιρούς». Μια κουβέντα για τον Ιωάννη Καποδίστρια, την εθνική αφήγηση, τη θέση της τέχνης στον δημόσιο διάλογο και τη σημασία της ιστορικής γνώσης με έναν ιστορικό που γνωρίζει όσο λίγοι τα αρχεία και τα συμφραζόμενα ως συνεπιμελητής της έκθεσης «1821, Πριν και Μετά» αλλά και ως υπεύθυνος των ιστορικών αρχείων στο Μουσείο Μπενάκη.

    58 min
  4. 12/10/2025

    Ποια είναι η καλύτερη και ποια η χειρότερη σειρά του 2025;

    Με το που ανέβηκαν τα πρώτα επεισόδια του «Pluribus», οι φανατικοί του Βινς Γκίλιγκαν ανακουφίστηκαν και αποθέωσαν τη σειρά ως την καλύτερη των τελευταίων ετών – και όχι άδικα. Ο δημιουργός του «Breaking Bad» και του «Better Call Saul» ξεφεύγει από τον κύκλο των χαμένων μοχθηρών και προσγειώνει την Κάρολ, συγγραφέα ρομαντικών μυθιστορημάτων, σε ένα απόκοσμο γήινο σύμπαν, όπου όλος ο πληθυσμός έχει καταληφθεί από μια άγνωστη συχνότητα αποκρουστικής συμπάθειας, σαν άβουλο μελίσσι. Όλοι, εκτός από καμιά δεκαριά, και εκείνη είναι η μόνη τσαντισμένη και άναυδη με την τραγική εξέλιξη της ομογενοποιημένης ανθρωπότητας. Στο επίκεντρο η Ρέι Σιχορν και η καταπληκτική ερμηνεία της, που μας κρατά κι εμάς δέσμιους ενός ιδιόμορφου τέμπου: πραγματικά δεν είμαστε σίγουροι πώς θα καταλήξει αυτό το προειδοποιητικό invasion of the body snatchers.    Από την άλλη, η Κιμ Καρντάσιαν, που επαγγέλλεται σελέμπριτι, Καρντάσιαν αλλά και πτυχιούχος δικηγόρος, αν δεν το έχετε μάθει, συνεργάζεται με τον ύποπτα πολυπράγμονα Ράιαν Μέρφι σε μια σειρά που κάνει τη «Δυναστεία» να ωχριά σε camp, κοστούμια, καπέλα, ανοησία και απίστευτες κακίες που εκτοξεύονται προς πάσα κατεύθυνση. Στο «All is fair» την πλαισιώνει ένα εκθαμβωτικό καστ, η Γκλεν Κλόουζ, η Ναόμι Γουότς, η Σάρα Πόλσον, η Νίσι Νας Μπετς και πολυάριθμοι guests, όπως η Μπρουκ Σιλντς και η Ελίζαμπεθ Μπέρκλεϊ από το «Showgirls», όχι τυχαία. Μια σαπουνόπερα γυναικείας ενδυνάμωσης που μάλλον βλάπτει τον νέο-φεμινισμό με τους χάρτινους, υπερβολικούς, εξωφρενικούς χαρακτήρες, μιλώντας για διαζύγια και εκδίκηση και πετώντας την επιστήμη της Νομικής έξω από το παράθυρο, με φόρα.   Κι επειδή όλοι ασχολούνται με το «Stranger Things», εμείς είπαμε να κουβεντιάσουμε για μια υπαρξιακή παραβολή που συνδυάζει το σινεμά του auteur με την πραγματικά καλή τηλεόραση, αλλά και με το άλλο άκρο, την ιλουστρασιόν αγοραία πρόκληση που έκανε ακόμη και την προσεκτική στις εκφράσεις της «Guardian» να κοκκινίσει από ντροπή.

    58 min
  5. 11/08/2025

    Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Mας έλειψες

    Η σχέση του Ντάνιελ Ντέι Λιούις με τη χώρα μας είναι μακρά και βαθιά, αφιερωμένη σε έναν ιερό σκοπό που τον δένει εφ’ όρου ζωής με την οικογένεια Οικονόμου. Κάθε ταινία του είναι μια αφορμή για μια φιλανθρωπική πρεμιέρα, όπως η πρόσφατη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας». Όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά για τη συνέχεια μιας καριέρας που διακόπηκε ευγενικά αλλά τόσο απότομα όσο και μια «Αόρατη Κλωστή». Ο τρόπος που παρουσιάζεται κάθε φορά στο κοινό –και σε όσους από εμάς τον γνωρίζουμε λίγο και μας προτρέπει χαμογελαστά να τον αποκαλούμε Νταν– είναι αφοπλιστικά ειλικρινής, σαν να ξαναβλέπουμε έναν φίλο από τα παλιά και να ξαναπιάνουμε μια ζεστή κουβέντα, ώσπου να τον ξαναδούμε στο σταθερό ελληνικό ραντεβού του. Κάθε φορά μάς αποκαλύπτει μια σημαντική λεπτομέρεια από το παρελθόν του που δεν γνωρίζαμε. Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις στρατιώτης; Κι όμως, έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον ο λόγος για τον οποίο παρ’ ολίγον να καταταγεί στον στρατό, όπως έκαναν κάποιοι φίλοι του που εκείνη την εποχή τους ζήλευε για την αποφασιστικότητά τους.

    20 min
  6. 10/23/2025

    Το αμερικανικό σινεμά δίνει τη μία μάχη μετά την άλλη

    Κάθε ταινία είναι πολιτική, όπως έχει πει ο Κώστας Γαβράς. Μερικές όμως δεν γίνεται να κρύψουν το στρατευμένο περιεχόμενό τους, ειδικά όταν καλούνται να πάρουν θέση, έστω και αλληγορικά, σε μια περίοδο κοινωνικής αναταραχής, όπως αυτή που διανύουμε.   Το «Μια μάχη μετά την άλλη» που προβάλλεται στις αίθουσες και προβλέπεται να κυριαρχήσει στα επερχόμενα Όσκαρ, το εξαιρετικό «Weapons» που είδαμε το καλοκαίρι που μας πέρασε αλλά και το «Eddington», ένα ιδιάζον γουέστερν του Άρι Άστερ είναι τρία (παρα)δείγματα ταινιών που χρησιμοποιούν genres για να σχολιάσουν το χάος, τη στοχοποίηση των παιδιών και τον διχασμό αντίστοιχα, ανανεώνοντας καίρια και σημαντικά την πεποίθηση πως αν δεν διυλιστεί μέσα από την κωμωδία, η πολιτική ταινία made in USA δεν μπορεί να κατέβει στο μεγάλο κοινό – βλέπε «Don’t look up», και γενικότερα το σινεμά του Άνταμ Μακέι. Η χρυσή εποχή του αμερικανικού πολιτικού σινεμά, στην καρδιά του ανεμοστρόβιλου του πολέμου στο Βιετνάμ και του Watergate, με τη «Συνομιλία», τις «Τρεις ημέρες του Κόνδορα», την «Υπόθεση Πάραλλαξ» και το «Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου» είναι εκ των περιστάσεων δύσκολο να επαναληφθεί, αλλά τα χρόνια του lockdown και η προεδρία Τραμπ σίγουρα δεν αφήνουν ασυγκίνητη την κινηματογραφική κοινότητα.

    1h 17m
  7. 06/06/2025

    Sonny boy: Ο Αλ Πατσίνο με τα δικά του λόγια

    Γεννήθηκε στη φτώχεια, μεγάλωσε στο σκληρό Νότιο Μπρονξ στα χρόνια του πολέμου, στερήθηκε τον πατέρα, αγάπησε τη μητέρα του, ανακάλυψε την αγάπη της γιαγιάς του που τον φιλοξένησε μωρό, μόχθησε, έφαγε τα μούτρα του, θριάμβευσε, χρεωκόπησε, αναστήθηκε, πέρασε στη σφαίρα του μύθου, δηλώνει «ανεπίδεκτος μαθήσεως, ανένταχτος και καθωσπρέπει αλήτης», αλλά δεν ξέχασε τι ακριβώς ερωτεύτηκε μια βραδιά πάνω σε ένα θεατρικό σανίδι. Κυρίως, δεν έχει πάψει να το λατρεύει.  Για την πρώτη φορά που, σε μια στιγμή επιφοίτησης, συνειδητοποίησε πως ο προορισμός του είναι το να είναι ηθοποιός, λέει: «Ανακάλυψα πως υπάρχει κάτι περισσότερο μέσα μου, αισθανόμουν ότι ανήκω σε έναν ολόκληρο κόσμο, κι όχι μόνο σε ένα μέρος. Τι είναι αυτό αναρωτήθηκα; Μοιάζει σαν να απογειώνομαι. Ναι, επιτέλους. Είναι εκεί, μπορώ να απλώσω τα χέρια μου και να το αγγίξω. Είναι εκεί και τώρα ξέρω ότι μπορώ να το φτάσω, σκέφτηκα. Και ξαφνικά εκείνη τη στιγμή, ήμουν οικουμενικός. Ήξερα ότι μετά από αυτό δεν θα ανησυχούσα. Έτρωγα δεν έτρωγα. Έβγαζα δεν έβγαζα λεφτά. Γινόμουν δεν γινόμουν διάσημος». Αυτό που μάλλον αγνοούν ακόμη και οι φαν του, είναι πως ο Πατσίνο είχε καθιερωθεί στο θέατρο, πριν βγει μπροστά στην κάμερα. Τα Τόνι τον είχαν επισημάνει και κέρδισε ένα που παραλίγο να του πάρει τα μυαλά. Έμελλε να πάρει και δεύτερο, το 1977, στο απόγειο της φήμης του. Ακόμη και για αυτή τη φήμη, ο Πατσίνο υιοθέτησε νωρίς ένα αγαπημένο του ρητό: ότι η δόξα αποτελεί διαστροφή του ανθρώπινου ενστίκτου της ανάγκης για προσοχή και αναγνώριση. Πρόσεχε πάντα πώς θα κάνει τάκλιν στη διασημότητα, αλλά απέτυχε, ευτυχώς για εμάς, και δυστυχώς για εκείνον.  Με αφορμή την αυτοβιογραφία του κορυφαίου σταρ του Χόλιγουντ, που πρόσφατα κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, με τον τίτλο «Sonny boy. Η επίσημη αυτοβιογραφία», από τις εκδόσεις KeyBooks (σε μετάφραση Κατερίνας Μποσινάκη) και τη νέα ταινία όπου πρωταγωνιστεί, το «Η Ιεροτελεστία» (The Ritual), σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Μίντελ, που θα παιχτεί στις ελληνικές αίθουσες από τις 12 Ιουνίου, ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος ανατρέχει στον βίο και την καριέρα του Αλ Πατσίνο, μέσα από τη δική του αφήγηση.

    19 min
  8. 05/07/2025

    Φαίδων Παπαμιχαήλ: «Παντού με περνούν για ξένο, δεν έχω πλέον μητρική γλώσσα»

    Ο Φαίδωνας Παπαμιχαήλ είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες διευθυντές φωτογραφίας και σκηνοθέτη με λαμπρή διεθνή καριέρα, εντυπωσιακές συνεργασίες και φιλμογραφία γεμάτη αστέρες.   Γεννημένος στην Αθήνα και μεγαλωμένος στο Μόναχο, ο Παπαμιχαήλ μεγάλωσε με ταινίες του John Wayne και spaghetti westerns, μέχρι που τον μάγεψε η φωτογραφία του Ραούλ Κουτάρ στο Le Mépris του Jean-Luc Godard. Στη δεκαετία του ’80, με αφορμή μια πρόσκληση του θείου του, John Cassavetes, βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, δίπλα στον πολυπράγμονα πατέρα του, σκηνογράφο, και πολύ σύντομα περνά πίσω από την κάμερα — απόφαση που τελικά παραβίασε την υπόσχεση που κάποτε έδωσε στη μητέρα του.   Μόνιμος συνεργάτης του Τζέιμς Μάνγκολντ και του Αλεξάντερ Πέιν, με πάνω από 40 ταινίες στο ενεργητικό του, παραμένει ένας από τους πλέον περιζήτητους διευθυντές φωτογραφίας στο Χόλιγουντ. Ξέρει να φωτίζει διακριτικά αλλά ουσιαστικά τα μεγαλύτερα ονόματα της βιομηχανίας — από την Τζούλια Ρόμπερτς και τον Νίκολας Κέιτζ, μέχρι την Κέιτ Μπλάνσετ, τον στενό του φίλο Τζορτζ Κλούνεϊ, και πιο πρόσφατα τον Σον Πεν στο Daddio. Χειρίζεται με άνεση τόσο το αναλογικό όσο και το ψηφιακό μέσο, υπηρετώντας πάντα την αφήγηση και το σκηνοθετικό όραμα — είτε πρόκειται για σκηνές δράσης όπως στο Ford v Ferrari, είτε για την ποιητική ησυχία του Nebraska.   Έχει προταθεί δύο φορές για Όσκαρ και έξι για το βραβείο της Ένωσης Αμερικανών Διευθυντών Φωτογραφίας. Πρόσφατα ξεχώρισε ξανά με τη δουλειά του στο A Complete Unknown, καταγράφοντας τη ζωή ενός ακόμη εμβληματικού μουσικού, μετά το Walk the Line, με τρόπο που σέβεται απόλυτα την αυτοσυγκέντρωση των ηθοποιών και την αλήθεια της σκηνής.   Αφορμή για τη συνάντησή του με τον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο είναι η έκτη του σκηνοθετική απόπειρα, τη νέα ταινία μυθοπλασίας Όταν το Φως Πέφτει, που γυρίστηκε στην Ανάβυσσο, και βγαίνει στους κινηματογράφους σήμερα 8 Μαΐου 2025.

    51 min

About

Το podcast του κινηματογραφικού κριτικού της LIFO, Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου

You Might Also Like