Μια γυναίκα σαράντα ετών αποφασίζει ότι το πένθος της τελείωσε. Η οικογένειά της, όμως, θεωρεί πως μαζί με τον σύζυγό της οφείλει να έχει ενταφιάσει και το δικαίωμά της στον έρωτα. Στο «Σαράντα και…», ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος στήνουν μια φωτεινή αστική κωμωδία γύρω από μια σκληρή κοινωνική απαίτηση: η γυναίκα μπορεί να ζήσει ξανά, αρκεί να ζήσει όπως αποφασίζουν οι άλλοι. Η Τζένη Πετρομιχάλη είναι μια ευκατάστατη χήρα που έχει πενθήσει επί δύο χρόνια τον άντρα της, τηρώντας με υποδειγματική συνέπεια όσα απαιτεί η κοινωνική της τάξη. Κάποια στιγμή, όμως, η ζωή επιστρέφει. Η Τζένη θέλει να γελάσει, να βγει, να αισθανθεί όμορφη και να θυμηθεί ότι παραμένει γυναίκα με ανάγκες και επιθυμίες. Η γνωριμία της με τον Τάκη, έναν κομψό βιολιστή που εργάζεται σε κέντρο διασκέδασης, ανοίγει μπροστά της μια δυνατότητα ευτυχίας απαλλαγμένης από οικογενειακούς υπολογισμούς. Ο έρωτάς τους δεν είναι νεανικός παροξυσμός. Διαθέτει τη διακριτικότητα δύο ανθρώπων που γνωρίζουν ότι κάθε ουσιαστικό συναίσθημα συνοδεύεται από κίνδυνο. Η Τζένη δεν αναζητά έναν προστάτη ούτε έναν κοινωνικά χρήσιμο σύζυγο. Αναζητά έναν άνθρωπο δίπλα στον οποίο μπορεί να αναπνεύσει χωρίς να απολογείται για την ηλικία, τη χηρεία ή την κοινωνική της θέση. Τα αδέλφια της, ο Ορέστης και η Αιμιλία, αντιμετωπίζουν αυτή την επιθυμία ως οικογενειακή εκτροπή. Δεν τους ενοχλεί η ιδέα ενός δεύτερου γάμου, αρκεί να πραγματοποιηθεί με τον κατάλληλο άντρα. Γι’ αυτό προωθούν το συνοικέσιο με έναν πλούσιο, ηλικιωμένο εφοπλιστή. Στα μάτια τους, η οικονομική ισχύς εξαγνίζει τη διαφορά ηλικίας, ενώ η εργασία του Τάκη σε κέντρο διασκέδασης καθιστά τον έρωτά του ύποπτο. Η αντίφαση είναι αποκαλυπτική. Η οικογένεια δεν υπερασπίζεται πραγματικά την ηθική, αλλά την ταξική της ασφάλεια. Ένας ηλικιωμένος εφοπλιστής θεωρείται κατάλληλος επειδή διαθέτει χρήματα και κοινωνικό κύρος. Ένας νεότερος μουσικός απορρίπτεται επειδή δεν μπορεί να προσφέρει το ίδιο επίσημο περίβλημα. Η προσωπική ευτυχία της Τζένης μετατρέπεται έτσι σε οικογενειακή επένδυση. Η Τζένη έχει επίγνωση του χρόνου, αλλά αρνείται να τον αντιμετωπίσει ως καταδίκη. Η περίφημη ηλικία των σαράντα λειτουργεί σαν κοινωνικό σύνορο: από τη μία πλευρά βρίσκεται η ζωντανή γυναίκα και από την άλλη εκείνη που οφείλει να αποσυρθεί με αξιοπρέπεια. Οι συγγραφείς γελοιοποιούν αυτή την αυθαίρετη διαίρεση. Η ηρωίδα δεν προσπαθεί να γίνει νεότερη. Διεκδικεί το δικαίωμα να μη θεωρείται τελειωμένη. Ο Τάκης εκπροσωπεί έναν διαφορετικό ανδρισμό. Δεν επιβάλλεται, δεν αγοράζει και δεν απαιτεί. Η ευγένειά του βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αναγνωρίζει την Τζένη ως αυτόνομο πρόσωπο. Απέναντί του, ο πλούσιος εφοπλιστής ενσαρκώνει την ασφαλή επιλογή χωρίς εσωτερικό παλμό: μια τακτοποίηση κοινωνικά άψογη και συναισθηματικά νεκρή. Το έργο γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν η θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία βρισκόταν σε μετάβαση. Οι παλιές απαιτήσεις επιβίωναν, αλλά η γυναικεία επιθυμία άρχιζε να ζητά δημόσιο λόγο. Η χήρα όφειλε να διατηρεί τη μνήμη του νεκρού, να προστατεύει την οικογενειακή υπόληψη και να αποφεύγει κάθε συμπεριφορά που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γελοία ή προκλητική. Η κωμωδία μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1970 ως «Μια τρελή… τρελή… σαραντάρα». Η κινηματογραφική εκδοχή ενίσχυσε τη φάρσα και τη μουσικότητα, όμως στην καρδιά της ιστορίας παρέμεινε η ίδια σύγκρουση: ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει πότε μια γυναίκα έπαψε να είναι επιθυμητή και πότε οφείλει να παραιτηθεί από την προσωπική της ζωή; Σήμερα η Τζένη εξακολουθεί να μας αφορά. Οι γυναίκες μπορεί να διαθέτουν περισσότερη ελευθερία, αλλά η ηλικία τους συνεχίζει συχνά να αντιμετωπίζεται ως μέτρο κοινωνικής αξίας. Η νεότητα προβάλλεται σαν υποχρέωση, ενώ η ωριμότητα χρειάζεται σχεδόν να αποδείξει ότι δικαιούται τον έρωτα. Η προσωπική μου ματιά στέκεται στη στιγμή της επιλογής της. Φεύγοντας με τον Τάκη, η Τζένη δεν εγκαταλείπει την οικογένειά της· εγκαταλείπει τον ρόλο που εκείνη της είχε επιβάλει. Δεν διαλέγει απλώς έναν άντρα αντί ενός άλλου. Διαλέγει την αλήθεια αντί της ασφάλειας και το δικαίωμα να είναι ζωντανή αντί να παραμένει κοινωνικά αψεγάδιαστη. Γιατί τα χρόνια δεν σκοτώνουν την επιθυμία. Εκείνο που τη σκοτώνει είναι ο φόβος μήπως, ζώντας όπως θέλουμε, πάψουμε να είμαστε αρεστοί σε όσους είχαν συνηθίσει να αποφασίζουν για εμάς. 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖