Ο άνεμος σφυρίζει στα βράχια, η θάλασσα χτυπά τη σκοτεινή ακτή κι ένα μοναχικό σπίτι στέκει στην κορυφή, σαν μάτι που αγρυπνά πάνω από το χάος. Εκεί, στην «πέτρα της ξωθιάς», το παραμύθι και το έγκλημα μπλέκονται σε έναν κόμπο από φόβο, μυστικό και ενοχή. Ο Μάριος Βαλέρης στήνει ένα σκηνικό που θυμίζει θρύλο, μόνο που μέσα του δεν κατοικούν νεράιδες, αλλά άνθρωποι με πάθη, σκιές και σκοτεινές επιθυμίες. Υπόθεση του έργου Σε ένα απομονωμένο νησί, μια άγρια παραθαλάσσια τοποθεσία έχει πάρει από τους ντόπιους το όνομα «πέτρα της ξωθιάς». Στην κορυφή του πιο απόκρημνου βράχου στέκει το «κάστρο του Μαρτίνη», ένα παράξενο σπίτι χτισμένο από τον εκκεντρικό και πλούσιο Μιχαήλο Μαρτίνη, που ζει εκεί απομονωμένος από τον κόσμο. Η εύθραυστη ισορροπία του σπιτιού διαταράσσεται όταν φτάνουν ξαφνικά η αδελφή του, Μπέλα, και η κόρη της, Νεφέλη. Η παρουσία τους συμπίπτει με μια ανατριχιαστική ανακάλυψη: το πτώμα του φτωχού θαλασσινού Θωμά Μπέρτα. Η θάλασσα δεν ξέβρασε μόνο ένα νεκρό σώμα, αλλά και τα μυστικά που κρύβονται πίσω από τους τοίχους του κάστρου. Στο νησί καταφθάνει και ο Κίμων Γαλάτης, προσκεκλημένος από τον διοικητή της αστυνομίας, για να βοηθήσει στην έρευνα. Από εκείνη τη στιγμή, το σπίτι του Μαρτίνη μετατρέπεται σε σκηνή αποκάλυψης. Κάθε πρόσωπο κρύβει κάτι, κάθε λέξη έχει δεύτερη σημασία, κάθε βλέμμα οδηγεί πιο βαθιά στο σκοτάδι. Οι χαρακτήρες και η ψυχολογική τους διάσταση Ο Μιχαήλος Μαρτίνης δεν είναι απλώς ένας εκκεντρικός πλούσιος. Είναι η ενσάρκωση του ανθρώπου που θέλησε να χτίσει τον δικό του κόσμο, μακριά από την κοινωνία, για να κρύψει ό,τι δεν άντεχε να αντικρίσει. Το σπίτι του, χτισμένο στην άκρη του γκρεμού, μοιάζει με την ψυχή του: απομονωμένο, αγέλαστο, γεμάτο απόκρημνα σημεία. Η Μπέλα αντιπροσωπεύει τη φωνή του παρελθόντος. Δεν έρχεται μόνο ως συγγενής, αλλά ως φορέας μνήμης, παλιών δεσμών και ανεξόφλητων λογαριασμών. Η Νεφέλη, με το ίδιο της το όνομα, φέρνει μαζί της την αίσθηση του εφήμερου και του αβέβαιου. Είναι η νεότητα που βρίσκεται παγιδευμένη σε έναν κόσμο γεμάτο μυστικά που δεν καταλαβαίνει. Ο Κίμων Γαλάτης λειτουργεί ως ο λογικός πυρήνας της ιστορίας. Δεν είναι μόνο ερευνητής, αλλά και παρατηρητής της ανθρώπινης φύσης. Στο πρόσωπό του βλέπουμε τον άνθρωπο που προσπαθεί να φέρει φως σε έναν τόπο που έχει μάθει να ζει με τις σκιές. Η Αντωνίνα, κόρη του νεκρού θαλασσινού, αντιπροσωπεύει το πιο ανθρώπινο στοιχείο της ιστορίας: τον πόνο της απώλειας, τη φτώχεια, τη σιωπηλή αξιοπρέπεια. Μέσα από εκείνη, το έγκλημα παύει να είναι μυστήριο και γίνεται τραύμα. Ιστορικά στοιχεία της εποχής Το έργο ανήκει στη μεταπολεμική περίοδο του ελληνικού αστυνομικού θεάτρου, όταν το κοινό αναζητούσε ιστορίες που να συνδυάζουν αγωνία και ψυχολογικό βάθος. Εκείνα τα χρόνια, η κοινωνία προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της, κουβαλώντας τραύματα, φτώχεια και μυστικά. Το απομονωμένο νησί του έργου θυμίζει την Ελλάδα των μικρών κοινοτήτων, όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, αλλά κανείς δεν μιλά για όσα πραγματικά συμβαίνουν. Ο Βαλέρης χρησιμοποιεί αυτό το σκηνικό για να δείξει πώς η σιωπή μπορεί να γίνει συνενοχή και πώς η κοινωνική απόσταση γεννά τραγωδίες. Το μήνυμα του έργου και η σύνδεση με το σήμερα «Η πέτρα της ξωθιάς» δεν είναι απλώς ένα αστυνομικό μυστήριο. Είναι μια ιστορία για τη μοναξιά, για τις ενοχές που φωλιάζουν μέσα στους ανθρώπους και για τα ψέματα που χτίζονται σαν σπίτια στην άκρη του γκρεμού. Σήμερα, σε έναν κόσμο γεμάτο θόρυβο και επιφανειακή επικοινωνία, το έργο θυμίζει πως τα μεγαλύτερα δράματα δεν συμβαίνουν στους δρόμους, αλλά πίσω από κλειστές πόρτες. Η απομόνωση του Μαρτίνη δεν είναι μόνο γεωγραφική. Είναι ψυχική, υπαρξιακή, σχεδόν μεταφυσική. Η προσωπική μου ματιά Στο έργο αυτό ένιωσα πως το μυστήριο δεν βρίσκεται στο πτώμα, αλλά στο ίδιο το τοπίο. Ο βράχος, η θάλασσα, το σπίτι, όλα μοιάζουν να κουβαλούν μια...