Ένα μπαούλο δεσπόζει στο σαλόνι και μέσα του η ανθρώπινη ζωή έχει μετατραπεί σε αποδεικτικό μιας τερατώδους θεωρίας. Γύρω του στρώνεται ένα εκλεπτυσμένο δείπνο, ανταλλάσσονται φιλοφρονήσεις και γεμίζουν τα ποτήρια, ενώ ο θάνατος παραμένει ο αθέατος οικοδεσπότης. Στο «Ένα Μακάβριο Πάρτι» ο Πάτρικ Χάμιλτον δεν αναζητεί τον δολοφόνο. Ανατέμνει τη στιγμή κατά την οποία η ευφυΐα, αποκομμένη από την ηθική, διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος αξίζει να υπάρχει. Δύο νεαροί, καλλιεργημένοι και κοινωνικά προνομιούχοι, δολοφονούν έναν συμφοιτητή τους δίχως μίσος, συμφέρον ή προσωπική σύγκρουση. Το κίνητρό τους είναι πιο ανατριχιαστικό: θέλουν να αποδείξουν ότι μπορούν να διαπράξουν το τέλειο έγκλημα. Κρύβουν το σώμα του σε ένα μπαούλο και, με αλαζονεία που αγγίζει την τελετουργική βεβήλωση, χρησιμοποιούν το ίδιο μπαούλο ως τραπέζι για τη δεξίωση που ακολουθεί. Οι προσκεκλημένοι τρώνε επάνω από το πτώμα. Ανάμεσά τους βρίσκονται άνθρωποι που συνδέονται συναισθηματικά με τον νεκρό, καθώς και ο παλιός καθηγητής των δραστών, ο άνθρωπος που κάποτε περιέβαλε με τη γοητεία του πνεύματος επικίνδυνες θεωρίες περί εκλεκτών και ανώτερων ανθρώπων. Η σκηνή γίνεται ένας ασφυκτικός τόπος όπου η ευγένεια σκεπάζει τη φρίκη και οι κοινωνικοί τύποι υπηρετούν, εν αγνοία τους, την απόκρυψη του εγκλήματος. Ο Μπράντον δεν αρκείται στο ότι σκότωσε. Επιθυμεί να πλησιάσει την αποκάλυψη, να προκαλέσει την υποψία και να θαυμαστεί για την τόλμη του. Αντιμετωπίζει τον φόνο σαν πνευματική σύνθεση και τον εαυτό του σαν καλλιτέχνη που δημιούργησε ένα αριστούργημα απαγορευμένο στους κοινούς ανθρώπους. Πίσω από την ψυχρότητά του διακρίνεται ένας ναρκισσισμός σχεδόν μεταφυσικός. Δεν θέλει απλώς να ξεφύγει από τον νόμο. Θέλει να καταργήσει μέσα του την ίδια την έννοια του ορίου. Ο σύντροφός του, αντίθετα, λυγίζει. Το αλκοόλ, οι απότομες αντιδράσεις και οι ένοχες σιωπές του φανερώνουν ότι το σώμα θυμάται εκείνο που ο νους προσπαθεί να απωθήσει. Δεν είναι αθώος επειδή φοβάται. Η νευρικότητά του, όμως, αποδεικνύει ότι κάποιο ανθρώπινο κατάλοιπο αντιστέκεται ακόμη. Ο ένας έχει στραγγαλίσει ένα σώμα. Ο άλλος αισθάνεται τη θηλιά να σφίγγει τη δική του ψυχή. Ιδιαίτερη τραγικότητα αποκτά ο καθηγητής. Οι ιδέες που γι’ αυτόν αποτελούσαν διανοητική άσκηση έγιναν για τους μαθητές του άδεια φόνου. Όταν αρχίζει να υποψιάζεται την αλήθεια, δεν ερευνά μόνο ένα έγκλημα. Αναμετριέται με την ευθύνη του λόγου του. Το έργο θέτει έτσι ένα αμείλικτο ερώτημα: δικαιούται ο διανοούμενος να παίζει με ιδέες που, όταν περάσουν σε αδίστακτα χέρια, μπορούν να νομιμοποιήσουν τη βία; Γραμμένο στον Μεσοπόλεμο, όταν η Ευρώπη γοητευόταν ήδη από θεωρίες ισχύος, φυλετικής υπεροχής και απανθρωποποίησης του αδύναμου, το έργο του Χάμιλτον συλλαμβάνει το δηλητήριο προτού αυτό πλημμυρίσει την Ιστορία. Η επιρροή του Νίτσε δεν εμφανίζεται ως φιλοσοφία στην αυθεντική της πολυπλοκότητα, αλλά ως βολική παραποίηση: ο υπεράνθρωπος μετατρέπεται σε άλλοθι του ναρκισσιστή. Η σκέψη παύει να ελευθερώνει και αρχίζει να οπλίζει. Σήμερα το «μακάβριο πάρτι» έχει μεταφερθεί και στις φωτισμένες οθόνες μας. Η ταπείνωση γίνεται θέαμα, η βία περιεχόμενο και η ανθρώπινη δυστυχία αριθμός προβολών. Άνθρωποι διεκδικούν υπεροχή μέσω πλούτου, γνώσης, κοινωνικής δύναμης ή ψηφιακής επιρροής. Το έγκλημα ίσως να μην έχει πάντοτε ένα πτώμα, έχει όμως συχνά ένα θύμα που όλοι προσπερνούν. Για μένα, το μπαούλο του Χάμιλτον δεν κρύβει μόνο τον δολοφονημένο νέο. Κρύβει όλα όσα μια ευπρεπής κοινωνία γνωρίζει αλλά επιλέγει να μη φανερώνει, για να συνεχιστεί απρόσκοπτα η δεξίωση. Και αυτή είναι η πιο σκληρή δύναμη του έργου: δεν μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε από ασφαλή απόσταση. Μας τοποθετεί ανάμεσα στους καλεσμένους. Η αλήθεια, όταν ανοίξει το μπαούλο, δεν αποκαλύπτει μονάχα ένα έγκλημα. Αποκαλύπτει πόσο εύκολα ο πολιτισμένος άνθρωπος μπορεί να καθίσει δίπλα στη φρίκη, αρκεί εκείνη να έχει καλούς τρόπους. 🕯️