Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα

Γεωργια Αγγελή

Ηχητικά θεατρικά έργα

  1. 6시간 전

    🎭 Οι Μουσικοί του Γιώργου Σκούρτη- Όταν η διχόνοια φιμώνει το μήνυμα

    Τρεις μουσικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με μια εξουσία που δεν φοβάται μονάχα τις λέξεις, αλλά και καθετί που μπορεί να ξυπνήσει τη συνείδηση. Κρατούν ένα μήνυμα που πρέπει να φτάσει στους ανθρώπους, όμως διαφωνούν για τον τρόπο της μετάδοσής του. Και ενώ ο κίνδυνος πλησιάζει, η κοινή τους αλήθεια κατακερματίζεται σε τρεις αντιμαχόμενες βεβαιότητες. Γραμμένοι και πρωτοπαρουσιασμένοι το 1972 από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, Οι Μουσικοί γεννήθηκαν μέσα στη βαριά σιωπή της δικτατορίας. Ο Γιώργος Σκούρτης δεν κατονομάζει τον ιστορικό χρόνο. Τον αφήνει αόριστο, ώστε να γίνεται διαρκής. Ωστόσο, το ελληνικό κοινό της εποχής μπορούσε να αναγνωρίσει πίσω από το σκοτεινό περιβάλλον τη λογοκρισία, τον φόβο, την κρατική βία και την απειλή που συνόδευε κάθε ελεύθερη φωνή. Οι τρεις περιθωριακοί λαϊκοί μουσικοί δεν βρίσκονται στη σκηνή για να ψυχαγωγήσουν. Η μουσική τους αποτελεί γλώσσα, μνήμη και πράξη αντίστασης. Το μήνυμα που μεταφέρουν δεν αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο, επειδή ο Σκούρτης ενδιαφέρεται περισσότερο για την αγωνία της μετάδοσής του. Μπορεί να είναι η ελευθερία, η αλήθεια, η εξέγερση ή η ανάγκη ενός λαού να ξαναβρεί τη φωνή του. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι θα πουν, αλλά αν θα κατορθώσουν να το πουν εγκαίρως. Ο πρώτος μουσικός εμπιστεύεται την οργάνωση, την πειθαρχία και τη σταθερή ιδεολογική γραμμή. Αναζητεί τη βεβαιότητα ενός σχεδίου, επειδή το σχέδιο τον προστατεύει από το χάος. Πίσω από την αυστηρότητά του, όμως, διακρίνεται ένας βαθύτερος φόβος: μήπως η αυθόρμητη πράξη ξεφύγει από τον έλεγχο και οδηγήσει στην καταστροφή. Η δύναμή του είναι η συνέπεια. Η αδυναμία του είναι ότι η συνέπεια μπορεί να απολιθωθεί σε δόγμα. Ο δεύτερος ζητά άμεση ρήξη. Τον κινεί η οργή, η ανυπομονησία και η πεποίθηση ότι κάθε καθυστέρηση υπηρετεί τον καταπιεστή. Η ψυχολογία του είναι εκείνη του ανθρώπου που έχει πονέσει τόσο, ώστε δεν αντέχει πλέον τη φρόνηση των άλλων. Η ορμή του περιέχει ηρωισμό, αλλά και έναν επικίνδυνο ναρκισσισμό της θυσίας: την ανάγκη να δράσει, ακόμη κι όταν η πράξη του μπορεί να ακυρώσει τον σκοπό της. Ο τρίτος αναζητεί την ασφαλέστερη οδό. Δεν στερείται συνείδησης, αλλά γνωρίζει τη δύναμη του αντιπάλου και φοβάται το τίμημα. Προτείνει υπαινιγμούς, παρακάμψεις και συμβιβασμούς. Εκφράζει τον καθημερινό άνθρωπο που θέλει να αντισταθεί χωρίς να συντριβεί. Όμως η αυτοπροστασία του κινδυνεύει να γίνει αναβολή και η αναβολή μια εκλεπτυσμένη μορφή παραίτησης. Καθένας τους κατέχει ένα μέρος της αλήθειας και καθένας φυλακίζεται μέσα σε αυτό. Εδώ βρίσκεται η τραγική δύναμη του έργου. Οι μουσικοί έχουν κοινό σκοπό, αλλά δεν διαθέτουν κοινή γλώσσα. Αντί να συνθέσουν τις διαφορές τους, μετατρέπουν τη μέθοδο σε υπέρτατη αξία. Το μέσο καταβροχθίζει τον σκοπό και η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να τους νικήσει ολοκληρωτικά. Αρκεί να τους αφήσει να εξαντληθούν πολεμώντας μεταξύ τους. Ο Σκούρτης αρνείται να μοιράσει πιστοποιητικά πολιτικής ορθότητας. Δεν δικαιώνει τον οργανωμένο, τον εξεγερμένο ή τον συμβιβαστικό. Αποκαλύπτει ταυτόχρονα τη χρησιμότητα και την παθολογία κάθε στάσης. Η αποστασιοποίησή του δεν αποτελεί ουδετερότητα. Είναι αυστηρότερη μορφή κριτικής, επειδή υποχρεώνει τον θεατή να εγκαταλείψει τις εύκολες ταυτίσεις και να εξετάσει τη δική του θέση απέναντι στην ευθύνη. Το έργο παραμένει οδυνηρά σύγχρονο. Σήμερα τα μηνύματα μεταδίδονται ακαριαία, αλλά η ταχύτητα δεν εξασφαλίζει ούτε την αλήθεια ούτε την επικοινωνία. Πολιτικές και κοινωνικές ομάδες, ακόμη και άνθρωποι που υπερασπίζονται τον ίδιο σκοπό, συχνά αλληλοεξοντώνονται για τη μέθοδο, τη διατύπωση ή την ιδεολογική καθαρότητα. Η εξουσία ευνοείται κάθε φορά που η διαφωνία παύει να γεννά σύνθεση και γίνεται εμφύλια τύφλωση. Στη δική μου ματιά, Οι Μουσικοί μιλούν για μια βαθύτερη ανθρώπινη αποτυχία: ακούμε τη δική μας φωνή τόσο δυνατά, ώστε παύουμε να αντιλαμβανόμαστε τη μελωδία που θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μαζί. Ο φόβος γεννά ακαμψία, η οργή απερισκεψία και η ανάγκη επιβίωσης σιωπή. Καμία μέθοδος δεν αρκεί όταν απουσιάζει η ουσιαστική συνάντηση των ανθρώπων. Το μήνυμα, τελικά, δεν φιμώνεται μόνο από τους απαγορευτές του. Μπορεί να χαθεί και στα χέρια εκείνων που ορκίζονται ότι το υπηρετούν. Γιατί η πιο πικρή ήττα δεν έρχεται όταν μας αφαιρούν τη φωνή, αλλά όταν, ενώ έχουμε ακόμη φωνή, δεν κατορθώνουμε να τραγουδήσουμε μαζί. Ηχογράφηση: 1977 Μουσική επένδυση: Γιάννης Μαρκόπουλος Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκούρτης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Κώστας Μεσσάρης - Φλογέρας, Βασίλης Μπουγιουκλάκης - Μπάντσο, Αγγελική Ελευθερίου – Κουτάλια 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    🎭 Οι Μουσικοί του Γιώργου Σκούρτη- Όταν η διχόνοια φιμώνει το μήνυμα
  2. 2일 전

    🕯️Η Κερένια Κούκλα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου- Ο έρωτας πληρώνει το τίμημά του

    Στην Κερένια Κούκλα ο έρωτας δεν εισβάλλει θορυβωδώς. Γλιστρά μέσα στο δωμάτιο μιας άρρωστης γυναίκας, ανακατεύεται με τη μυρωδιά των φαρμάκων και περιμένει τη στιγμή που η ανθρώπινη άμυνα θα λυγίσει. Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος πλάθει ένα δράμα όπου η επιθυμία, η ενοχή και ο θάνατος δεν διαδέχονται απλώς το ένα το άλλο, αλλά συνυπάρχουν σαν τρεις αθέατες δυνάμεις που διεκδικούν την ίδια ψυχή. Βρισκόμαστε στην Αθήνα του 19ου αιώνα, γύρω από τον λόφο του Φιλοπάππου, σε μια πόλη που διατηρεί ακόμη τη μορφή μιας κλειστής κοινωνίας. Τα σπίτια είναι μικρά, οι ανθρώπινες ζωές εκτεθειμένες στα βλέμματα και η αρρώστια δεν αποτελεί μόνο σωματική δοκιμασία. Μεταβάλλεται σε κοινωνικό στίγμα, σε οικογενειακό βάρος, κάποτε ακόμη και σε σιωπηλή καταδίκη. Στο κέντρο του έργου βρίσκεται η Βεργινία, μια νέα γυναίκα εύθραυστη, αναιμική, πλασμένη σχεδόν από κερί. Δεν είναι, όμως, άψυχη κούκλα. Κάτω από την εξασθενημένη της παρουσία λειτουργεί μια οδυνηρή διαύγεια. Παρατηρεί τον άνδρα της, τον Νίκο, και τη Λιόλια, τη νεαρή γυναίκα που έχει έρθει για να τη φροντίζει. Αντιλαμβάνεται όσα γεννιούνται ανάμεσά τους, προτού ίσως τολμήσουν να τα παραδεχθούν και οι ίδιοι. Η σιωπή της Βεργινίας δεν είναι άγνοια. Είναι ένας τραγικός τρόπος γνώσης. Το σώμα της υποχωρεί, αλλά η συνείδησή της παραμένει άγρυπνη. Νιώθει ότι η ζωή εξακολουθεί να κινείται δίπλα της και ότι ο έρωτας, αδιάφορος απέναντι στην ηθική τάξη, αναζητεί ένα υγιέστερο σώμα για να κατοικήσει. Η Βεργινία δεν χάνει μόνο τον κόσμο. Αναγκάζεται να παρακολουθήσει τον κόσμο να την εγκαταλείπει. Ο Νίκος δεν παρουσιάζεται ως μονοδιάστατος προδότης. Είναι ένας άνδρας παγιδευμένος ανάμεσα στο καθήκον και στην ορμή της ζωής. Η αρρώστια της γυναίκας του τον φέρνει καθημερινά αντιμέτωπο με τη φθορά, ενώ η Λιόλια τού προσφέρει την υπόσχεση της συνέχειας. Η επιθυμία του δεν παύει να γεννά ενοχή, αλλά και η ενοχή δεν αρκεί για να νικήσει την επιθυμία. Εδώ βρίσκεται μία από τις σκληρότερες αλήθειες του έργου: ο άνθρωπος μπορεί να αγαπά και συγχρόνως να πληγώνει εκείνον που αγαπά. Η Λιόλια, από την άλλη πλευρά, δεν είναι απλώς η νέα γυναίκα που παίρνει τη θέση της άρρωστης. Μπαίνει στο σπίτι ως βοηθός και νοσοκόμα, ως παρουσία φροντίδας. Σταδιακά, όμως, η φροντίδα μετατρέπεται σε οικειότητα και η οικειότητα σε απαγορευμένο δεσμό. Μέσα της συγκρούονται η συμπόνια για τη Βεργινία και η έλξη για τον Νίκο. Δεν σχεδιάζει ψυχρά την κατάκτηση μιας ξένης ζωής. Παρασύρεται από ένα πάθος που μοιάζει να της προσφέρει μέλλον, ενώ στην πραγματικότητα τη δεσμεύει με το παρελθόν. Μετά τον θάνατο της Βεργινίας, ο γάμος του Νίκου και της Λιόλιας θα μπορούσε να θεωρηθεί η επικράτηση της ζωής. Η γέννηση του παιδιού τους φαίνεται να επικυρώνει αυτή τη νέα αρχή. Το παιδί, όμως, μοιάζει εκπληκτικά με τη νεκρή Βεργινία. Η απουσία αποκτά σώμα και η ενοχή επιστρέφει με ανθρώπινη μορφή. Όταν το παιδί πεθαίνει, η ευτυχία τους συντρίβεται. Όχι ως εύκολη θεϊκή τιμωρία, αλλά σαν υπενθύμιση ότι κανένα καινούργιο σπίτι δεν μπορεί να οικοδομηθεί, όταν οι νεκροί του παραμένουν άταφοι μέσα στη συνείδηση. Ο Παντελής Χορν, μεταφέροντας το έργο στη σκηνή το 1915, κλήθηκε να διαφυλάξει τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον ρεαλισμό και στη λυρική ατμόσφαιρα του Χρηστομάνου. Το δράμα δεν αντέχει τις κραυγαλέες υπερβολές. Χρειάζεται παύσεις, βλέμματα και εκείνη την αδιόρατη αίσθηση πως κάτι τελειώνει, την ώρα ακριβώς που κάτι άλλο γεννιέται. Οι ερμηνείες οφείλουν να αναζητούν όχι την εξωτερική συγκίνηση, αλλά τις εσωτερικές μετατοπίσεις των προσώπων. Η Κερένια Κούκλα εξακολουθεί να μας αφορά, επειδή οι άνθρωποι σήμερα μπορεί να ζουν σε διαφορετικά σπίτια, αλλά παραμένουν εξίσου αμήχανοι απέναντι στην επιθυμία, στην ασθένεια και στην απώλεια. Συχνά εγκαταλείπουμε ψυχικά εκείνον που υποφέρει, προτού τον αποχωριστούμε πραγματικά. Συχνά βαφτίζουμε δικαίωμα αυτό που βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε ότι πλήγωσε έναν άλλον άνθρωπο. Στη δική μου ανάγνωση, η Βεργινία είναι το αθέατο κέντρο του έργου ακόμη και μετά τον θάνατό της. Εκείνη που φαίνεται ανίσχυρη γίνεται τελικά η ισχυρότερη παρουσία. Δεν εκδικείται. Επιστρέφει ως μνήμη. Και η μνήμη, όταν έχει ποτιστεί με ενοχή, γίνεται πιο αμείλικτη από κάθε δικαστήριο. Το έργο δεν μας ζητά να καταδικάσουμε τον έρωτα, αλλά να αναλογιστούμε την ευθύνη του. Διότι το πάθος μπορεί να είναι ακούσιο, οι πράξεις μας όμως δεν είναι. Και ίσως η πιο πικρή αλήθεια της Κερένιας Κούκλας να βρίσκεται ακριβώς εδώ: ο άνθρωπος μπορεί να ξεφύγει από τις συνέπειες ενώπιον των άλλων, ποτέ όμως από την ετυμηγορία της δικής του συνείδησης. Ραδιοσκηνοθεσία: Μιχάλης Μπούχλης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Σπύρος Κωσταντόπουλος, Κική Ρέππα, Ρένα Βουτσινά, Ματίνα Καρρά, Καίτη Μητροπούλου, Ειρήνη Δόγαρη, Μαρία Ζαφειράκη, Αντιγόνη Βαλάκου, Τάκης Βουλαλάς, Λούλα Ιωαννίδου, Βασίλης Μαυρομάτης, Παύλος Λιάρος, Χριστίνα Κουτσουδάκη, Όλγα Τουρνάκη, Μαρία Φωκά, Ελένη Μαυρομάτη, Καίτη Τριανταφύλλου, Τζένη Ρουσέα, Σούλα Αθανασιάδου, Δημήτρης Γούσης, Τόνη Ιακωβάκης, Μάκης Ρευματάς, Κίμων Δημόπουλος, Λουκιανός Ροζάν 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    🕯️Η Κερένια Κούκλα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου- Ο έρωτας πληρώνει το τίμημά του
  3. 3일 전

    🎭 Η Κόμισσα της Φάμπρικας των Γιαλαμά–Πρετεντέρη- Η εξουσία αλλάζει προσωπεία

    Μια λαϊκή αυλή, τρεις άνδρες με το ίδιο ονοματεπώνυμο και μια νεαρή γυναίκα που εισβάλλει απρόσκλητη, αρκούν για να στηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός κοινωνικής αναστάτωσης. Στην Κόμισσα της Φάμπρικας, οι Γιαλαμάς και Πρετεντέρης μετατρέπουν την παρεξήγηση σε πολιτικό σχόλιο και το γέλιο σε αποκαλυπτικό βλέμμα πάνω στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Κάτω από την ευθυμία της φαρσοκωμωδίας πάλλεται ένας κόσμος ταξικών διαφορών, κρατικής αυθαιρεσίας και ανθρώπων που αναζητούν μια θέση στη ζωή. Και αυτή ακριβώς η υπόγεια ένταση διατηρεί το έργο ζωντανό. Η μεγάλη αυλή όπου κατοικούν τα τρία ξαδέλφια με το κοινό ονοματεπώνυμο, Χρήστος Δελημάνης, δεν αποτελεί μόνο τον χώρο της δράσης. Είναι μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας: στενόχωρη, θορυβώδης, γεμάτη βλέμματα, υποψίες, καβγάδες και αλληλεξαρτήσεις. Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα μυστικά των άλλων, σχολιάζουν τις αποτυχίες τους, συγκρούονται, αλλά παραμένουν δεμένοι από την κοινή μοίρα. Το εύρημα των τριών ομώνυμων προσώπων είναι εξαιρετικά λειτουργικό. Το ίδιο όνομα καλύπτει τρεις διαφορετικές κοινωνικές ταυτότητες: τον αστυφύλακα, τον κομμουνιστή άνεργο και τον μικροαπατεώνα. Οι συγγραφείς παίζουν με τη σύγχυση των ονομάτων, αλλά πίσω από το τέχνασμα θέτουν ένα σοβαρότερο ερώτημα: καθορίζεται ο άνθρωπος από το όνομά του, από την ιδεολογία του, από το επάγγελμά του ή από τις πράξεις του; Ο αστυφύλακας Δελημάνης αντιπροσωπεύει την τιμιότητα που υπηρετεί έναν μηχανισμό ισχυρότερο από την ίδια. Είναι ευσυνείδητος, πειθαρχημένος και βαθιά προσηλωμένος στο καθήκον. Ωστόσο, η ηθική του δοκιμάζεται όταν απέναντί του δεν βρίσκεται μια απλή παραβάτιδα, αλλά η κόρη του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. Τότε αποκαλύπτεται το παράδοξο μιας πολιτείας όπου ο νόμος υποτίθεται ότι είναι απρόσωπος, αλλά συχνά αποκτά το πρόσωπο εκείνου που έχει εξουσία. Ο κομμουνιστής ξάδελφος φέρνει στη σκηνή την πολιτική μνήμη της εποχής. Η ανεργία, η αγανάκτηση και η αδιάκοπη ρητορική του δεν παρουσιάζονται μόνο ως αντικείμενα σάτιρας. Πίσω από την υπερβολή του διακρίνεται η πίκρα ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι έχει κατανοήσει τις αδικίες του κόσμου, αλλά αδυνατεί να αλλάξει ακόμη και τη δική του ζωή. Η ιδεολογία γίνεται γι’ αυτόν άμυνα απέναντι στην κοινωνική αδυναμία και στην προσωπική ματαίωση. Ο τρίτος Δελημάνης, ο ψιλοαπατεώνας, έχει προσαρμοστεί διαφορετικά. Δεν αντιμάχεται το σύστημα ούτε το υπηρετεί· μαθαίνει να γλιστρά ανάμεσα στους κανόνες του. Διαθέτει την ευφυΐα του δρόμου, τη γοητεία του επιτήδειου και την ηθική ελαστικότητα εκείνου που θεωρεί ότι η επιβίωση δικαιολογεί κάθε μικρή παρανομία. Είναι κωμικός, αλλά όχι ακίνδυνος: ενσαρκώνει τον διαχρονικό τύπο του βολεμένου ανθρώπου που μετατρέπει κάθε σχέση σε συναλλαγή. Η εμφάνιση της Έφης αναστατώνει αυτή την εύθραυστη ισορροπία. Εισβάλλει σε ξένο σπίτι για να ανακτήσει ερωτικές επιστολές που απειλούν την αδελφή της και, όταν συλλαμβάνεται, αποκρύπτει την ταυτότητά της. Η πράξη της γεννιέται από οικογενειακή αλληλεγγύη, αλλά προδίδει συγχρόνως την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας μεγαλωμένης κοντά στην εξουσία. Η Έφη έχει μάθει ότι οι συνέπειες μπορούν να διαπραγματευθούν. Η έλξη της για τον αστυφύλακα αρχίζει όταν συναντά έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει ποια είναι και επομένως τη μεταχειρίζεται χωρίς κοινωνική κολακεία. Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1960 αναγνωρίζεται πίσω από κάθε κωμική ανατροπή: ο απόηχος του Εμφυλίου, η καχυποψία απέναντι στην Αριστερά, η παντοδυναμία των πολιτικών γνωριμιών, η γραφειοκρατία και το όνειρο της κοινωνικής ανόδου. Η μετάθεση του αστυφύλακα, η εισαγωγή του στη Σχολή Υπαστυνόμων και η τελική ερωτική του δικαίωση προσφέρουν την αναμενόμενη λύτρωση. Εντούτοις, αφήνουν μια ειρωνική σκιά: επιβραβεύθηκε πραγματικά η αρετή του ή χρειάστηκε η εύνοια ενός υπουργού για να αναγνωριστεί; Εδώ βρίσκεται και η σημερινή δύναμη του έργου. Οι εποχές αλλάζουν, αλλά η γνωριμία με τον κατάλληλο άνθρωπο εξακολουθεί συχνά να ανοίγει πόρτες που μένουν κλειστές για τους άξιους. Οι Γιαλαμάς και Πρετεντέρης δεν καταγγέλλουν με υψωμένο δάχτυλο. Αφήνουν το γέλιο να εκθέσει τον παραλογισμό και τους χαρακτήρες να αποκαλύψουν, μέσα από τα ελαττώματά τους, μια κοινωνία που ζητά εντιμότητα από τους αδύναμους και επιείκεια για τους ισχυρούς. Προσωπικά, βλέπω στην Κόμισσα της Φάμπρικας κάτι βαθύτερο από μια επιτυχημένη κωμωδία παρεξηγήσεων. Βλέπω την ανάγκη του ανθρώπου να αποκτήσει αξία χωρίς να χάσει τον εαυτό του. Το γέλιο της δεν αποκοιμίζει τη συνείδηση· την ξυπνά διακριτικά. Γιατί η πιο πικρή αλήθεια του έργου παραμένει ολοζώντανη: σε μια κοινωνία προνομίων, ακόμη και η δικαιοσύνη χρειάζεται συχνά κάποιον ισχυρό για να της ανοίξει την πόρτα. Σκηνοθεσία: Ντίνος Δημόπουλος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Βέρα Κρούσκα, Ρένα Βενιέρη, Στέλιος Παύλου, Θάνος Καληώρας, Χρήστος Βαλαβανίδης, Χλόη Λιάσκου, Χρυσούλα Διαβάτη, Νίκος Κάπιος, Μίμης Χρυσομάλης, Θεοδόσης Ισαακίδης, Πόπη Λυναρδάτου, Ελευθερία Σπανού, Νίκος Μπιρμπίλης, Παντελής Κοκκόσης, Ράνια Ιωαννίδου

    🎭 Η Κόμισσα της Φάμπρικας των Γιαλαμά–Πρετεντέρη- Η εξουσία αλλάζει προσωπεία
  4. 4일 전

    🃏 Η Χαρτοπαίχτρα του Δημήτρη Ψαθά- Όταν το πάθος ποντάρει μια ολόκληρη οικογένεια

    Μια τράπουλα ανοίγει πάνω στο τραπέζι και μαζί της αποκαλύπτονται οικογενειακές πληγές, κοινωνικές φιλοδοξίες και κρυμμένες ματαιώσεις. Στη Χαρτοπαίχτρα, ο Δημήτρης Ψαθάς μετατρέπει το καθημερινό γέλιο σε αιχμηρό όργανο κοινωνικής παρατήρησης. Η κωμωδία του διαθέτει τη ζωηράδα της λαϊκής φάρσας, αλλά κάτω από τις παρεξηγήσεις της αναπνέει η αγωνία ενός σπιτιού που χάνει σταδιακά το κέντρο του. Η Αλέκα είναι σύζυγος, μητέρα και κυρία ενός αξιοπρεπούς αστικού σπιτιού. Θα περίμενε κανείς να αποτελεί τον συνεκτικό δεσμό της οικογένειας. Εκείνη, όμως, έχει παραδώσει την καθημερινότητά της στην τράπουλα. Παίζει αδιάκοπα, παραμελεί τις υποχρεώσεις της και αντιμετωπίζει κάθε οικογενειακή κρίση σαν ενοχλητική διακοπή μιας παρτίδας που θεωρεί σημαντικότερη από την ίδια τη ζωή. Ο Ψαθάς δεν πλάθει μια μονοδιάστατη, ανεύθυνη γυναίκα. Πίσω από την επιθετικότητα, την ακαταδεξία και τη μανία της Αλέκας διακρίνεται ένα υπαρξιακό κενό. Η χαρτοπαιξία τής προσφέρει ένταση, προσμονή, ανταγωνισμό και την ψευδαίσθηση ότι ορίζει την τύχη της. Όσα απουσιάζουν από τη συζυγική και κοινωνική της ζωή τα αναζητεί στο ανακάτεμα των φύλλων. Δεν παίζει μόνο για να κερδίσει χρήματα. Παίζει για να νιώσει ότι συμβαίνει ακόμη κάτι μέσα της. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ψυχολογική δύναμη του έργου. Η εξάρτηση παρουσιάζεται ως μια ιδιότυπη τελετουργία φυγής. Η Αλέκα απομακρύνεται από την πλήξη, από τον χρόνο που περνά, ίσως και από τον φόβο ότι ο ρόλος της συζύγου και της μητέρας δεν αρκεί πλέον για να της προσφέρει ταυτότητα. Η χειραφέτησή της, όμως, είναι απατηλή. Ενώ πιστεύει ότι κατακτά έναν χώρο ελευθερίας, γίνεται δέσμια ενός πάθους που καταβροχθίζει την προσοχή, την κρίση και τις σχέσεις της. Γύρω της, το σπίτι αρχίζει να αποσυντίθεται. Ο Λάκης ξενυχτά και μεθά, σαν να απαντά στη μητρική απουσία με μια δική του μορφή φυγής. Η Νίνα κινδυνεύει να χάσει τον μνηστήρα της εξαιτίας της αλαζονικής συμπεριφοράς της μητέρας της. Ο Ανδρέας προσπαθεί να συγκρατήσει την οικογένεια, χωρίς να διαθέτει πραγματική εξουσία πάνω της. Δεν επιλέγει τη μετωπική σύγκρουση. Καταφεύγει σε ένα τέχνασμα ερωτικής ζήλιας μέσω της κυρίας Λελέ, ελπίζοντας ότι θα αφυπνίσει την Αλέκα. Η μέθοδός του είναι κωμική, αλλά και αποκαλυπτική. Στον κόσμο του Ψαθά οι άνθρωποι σπάνια λένε καθαρά όσα τους πληγώνουν. Μηχανεύονται τεχνάσματα, παίζουν ρόλους, προκαλούν παρεξηγήσεις. Η τράπουλα απλώνεται συμβολικά σε ολόκληρη την οικογένεια: ο καθένας κρύβει τα φύλλα του και περιμένει την κίνηση του άλλου. Οι κυρίες του καρέ συμπληρώνουν αυτή την πινακοθήκη της αστικής υποκρισίας. Ευγένεια, κουτσομπολιό, κοινωνικός ανταγωνισμός και μικρές ραδιουργίες συνυπάρχουν πίσω από καλοσιδερωμένα φορέματα και προσποιητά χαμόγελα. Αντίθετα, η Μαριγώ, με τη λαϊκή αμεσότητα και το πρακτικό της ένστικτο, αντιλαμβάνεται συχνά την αλήθεια καθαρότερα από τους μορφωμένους κυρίους του σπιτιού. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε τη θεατρική περίοδο 1963–1964 στο Θέατρο Μπουρνέλλη, με την Κατερίνα στον κεντρικό ρόλο. Το 1965 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Γιάννη Δαλιανίδη, με τη Ρένα Βλαχοπούλου να χαρίζει στην Αλέκα εκρηκτικό ρυθμό και ακαταμάχητη σκηνική ενέργεια. Η εποχή αλλάζει, η ελληνική μεσαία τάξη διεκδικεί άνεση και κοινωνική άνοδο, όμως πίσω από την ευπρέπεια επιμένουν η πλήξη, η καταπίεση και η αγωνία της επίδειξης. Σήμερα η τράπουλα μπορεί να έχει αντικατασταθεί από το διαδικτυακό στοίχημα, την οθόνη, τις αγορές ή την εμμονή με την κοινωνική αποδοχή. Ο μηχανισμός παραμένει ίδιος: ο άνθρωπος αναζητεί μια στιγμιαία έξαψη για να μην ακούσει όσα έχουν σωπάσει μέσα του. Η τελική υπόσχεση της Αλέκας ότι δεν θα ξαναπιάσει τράπουλα προκαλεί γέλιο, αλλά δεν προσφέρει βεβαιότητα. Ο Ψαθάς γνωρίζει ότι ένας όρκος δεν αρκεί για να νικηθεί ένα πάθος. Πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί η έλλειψη που το γέννησε. Και ίσως το πιο επικίνδυνο παιχνίδι να αρχίζει όταν ο άνθρωπος ποντάρει τους αγαπημένους του, πιστεύοντας ακόμη πως διακινδυνεύει μόνο χρήματα. Ραδιοσκηνοθεσία: Στέλιος Παπαδάκης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Μαίρη Αρώνη, Νίκος Τζόγιας, Τζόλυ Γαρμπή, Θάνος Καλιόρας, Άννα Αδριανού, Τάκης Βουλαλάς, Μιράντα Ζαφειροπούλου. Κώστας Κανγξίδης, Κώστας Κοκάκης, Δημήτρης Τσούτσης, Χρήστος Βαλαβανίδης, Χρήστος Ζορμπάς Γιώργος Τσιτσόπουλος, Γιώργος Παρτσαλάκης, Σταύρος Ζαλμάς, Τζέση Παπουτσή, Σοφία Κακαρελίδου

    🃏 Η Χαρτοπαίχτρα του Δημήτρη Ψαθά- Όταν το πάθος ποντάρει μια ολόκληρη οικογένεια
  5. 6일 전

    🔪🩸Μήνυμα για φόνο. Αγκάθα Κρίστη

    «Το Μυστήριο του Σίταφορντ» (τίτλος πρωτοτύπου: The Sittaford Mystery), το οποίο κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ και ως The Murder at Hazelmoor, είναι ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά αστυνομικά μυθιστορήματα της Agatha Christie (εκδόθηκε το 1931). Αν και συχνά αναφέρεται λανθασμένα ως διήγημα, πρόκειται για πλήρες μυθιστόρημα, στο οποίο δεν πρωταγωνιστούν οι κλασικοί ντετέκτιβ της συγγραφέως (Ηρακλής Πουαρό ή Μις Μαρπλ), αλλά η νεαρή και δυναμική Έμιλι Τρεφούσις. 👥 Οι Κύριοι Χαρακτήρες (The Characters) Έμιλι Τρεφούσις (Emily Trefusis): Η πραγματική ηρωίδα της ιστορίας. Έξυπνη, επίμονη, με τρομερή αυτοπεποίθηση. Αρνείται να πιστέψει την ενοχή του αρραβωνιαστικού της και διεξάγει μια παράλληλη, ιδιωτική έρευνα που ξεπερνά αυτή της αστυνομίας.Τσαρλς Έντερμπι (Charles Enderby): Δημοσιογράφος από το Λονδίνο που φτάνει στην περιοχή για το ρεπορτάζ του φόνου. Γίνεται ο «βοηθός» της Έμιλι, την οποία θαυμάζει (και ερωτεύεται κρυφά).Καπετάνιος Τρεβέλιαν (Captain Joseph Trevelyan): Το θύμα. Ένας πλούσιος, ιδιότροπος, φιλάργυρος και προκατειλημμένος άνδρας, που μισούσε τις γυναίκες.Ταγματάρχης Μπαρναμπί (Major John Burnaby): Ο πιστός φίλος και συνέταιρος του Τρεβέλιαν. Αυτός που έκανε τη δραματική πορεία μέσα στο χιόνι και βρήκε το πτώμα.Κυρία Βίλετ & Βάιολετ (Mrs. Willett & Violet): Μητέρα και κόρη με αριστοκρατικό αέρα που νοίκιασαν ξαφνικά το Σίταφορντ Χάους. Η παρουσία τους στο απομονωμένο χωριό κινεί τις υποψίες.Τζιμ Πίρσον (Jim Pearson): Ο αδύναμος χαρακτήρας ανιψιός του Τρεβέλιαν, ο οποίος γίνεται ο βασικός ύποπτος λόγω έλλειψης άλλου άλλοθι.Επιθεωρητής Νάρακοτ (Inspector Narracott): Ο υπεύθυνος αστυνομικός της υπόθεσης, ο οποίος κινείται μεθοδικά, αλλά δυσκολεύεται να λύσει το μυστήριο του πνευματισμού. 00:00:00 Πρόλογος 00:02:13 3:30 μ.μ. 00:22:20 Ένα μήνυμα για φόνο 00:40:57 Το ανοιχτό παράθυρο 00:50:10 Ο αστυνόμος Νάρακοτ 01:03:00 Η ορντινάντσα του καπετάνιου 01:21:00 Τυφλά βήματα 01:36:00 Η διαθήκη 01:54:00 Τσαρλς Έντερμπι 02:08:00 Μια γυναίκα αξιαγάπητη 02:24:00 Έμιλι Τρεφούσις 02:45:00 Ο υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος 03:05:00 Ξαδέρφια από κούνια 03:15:00 Φλυαρία σε πρώτο πρόσωπο 03:25:00 Κρυφός φόβος 03:41:00 Η καμπάνα του Πρίνσταουν 04:00:00 Ένας ανέλπιστος σύμμαχος 04:21:00 Γυναικεία τεχνάσματα 04:42:00 Αδιακρισίες 05:00:00 Η συνταγή του κέικ 05:17:00 Άκοπα αναφιλητά 05:41:00 Διάλογοι χωρίς νόημα 06:11:00 Ραντεβού τα μεσάνυχτα 06:21:00 Τα βήματα στο κάτω πάτωμα 06:37:00 Το άλλοθι του συγγραφέα 06:58:00 Ερωτική κολοκυθιά 07:20:00 Ο σιδηρουργός και η γυναίκα του 07:33:00 Πλαστοπροσωπία 07:43:00 Ένα ζευγάρι αρβύλες 08:00:00 Ο Ρύκροφτ πειραματίζεται 08:20:00 Ο θρίαμβος της Έμιλι 08:33:00 Πολύ καλό για το τίποτα

    🔪🩸Μήνυμα για φόνο. Αγκάθα Κρίστη
  6. 9월 4일

    🐍Το δώρο της Μέδουσας – Όταν η δικαιοσύνη διψά για αίμα Πίτερ Λέβιν Σάφερ

    Σ’ ένα απομονωμένο νησί του Αιγαίου, ο θάνατος δεν κλείνει έναν λογαριασμό· τον ανοίγει. Ένας γιος αναζητεί τον πατέρα που τον αρνήθηκε, μια γυναίκα υπερασπίζεται την οδυνηρή αλήθεια κι ένας νεκρός συγγραφέας εξακολουθεί να εξουσιάζει τους ζωντανούς. Στο Το δώρο της Μέδουσας, ο Πίτερ Λέβιν Σάφερ μεταφέρει την αρχαία τραγωδία στη σύγχρονη συνείδηση και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα το αγριότερο ερώτημα: πότε η αξίωση για δικαιοσύνη μετατρέπεται σε λατρεία της εκδίκησης; Ο Έντουαρντ Ντάμσον, διάσημος και ακραία ιδιόρρυθμος θεατρικός συγγραφέας, έχει πεθάνει βίαια στο σπίτι του στην Ελλάδα. Μετά τον θάνατό του φτάνει ο Φίλιπ, ο νόθος γιος που εκείνος ουδέποτε αναγνώρισε. Αμερικανός ακαδημαϊκός, μελετητής και θαυμαστής του έργου του, επιθυμεί να γράψει τη βιογραφία του. Πίσω από την επιστημονική του επιμονή, όμως, κρύβεται η αρχέγονη ανάγκη του εγκαταλειμμένου παιδιού: να επινοήσει εκ των υστέρων έναν πατέρα που να αξίζει να αγαπηθεί. Η Έλεν, χήρα του Έντουαρντ, συμφωνεί να μιλήσει υπό έναν σκληρό όρο. Ο Φίλιπ οφείλει να δεχθεί ολόκληρη την αλήθεια και όχι την εξωραϊσμένη αγιογραφία ενός δημιουργού. Έτσι, η βιογραφία μετατρέπεται σε ανάκριση, εξομολόγηση και τελετή αποκαθήλωσης. Μέσα από τις αναδρομές, ο απόντας εισβάλλει στη σκηνή με όλη τη βιαιότητα της παρουσίας του. Ο Έντουαρντ διαθέτει το επικίνδυνο χάρισμα να μεταμορφώνει το προσωπικό τραύμα σε ιδεολογία. Πιστεύει σε μια δικαιοσύνη άμεση, απόλυτη, αμείλικτη. Δεν ανέχεται την ατιμωρησία, επειδή τη βιώνει ως προσβολή της ηθικής τάξης. Σταδιακά, όμως, παύει να ζητεί αποκατάσταση και απαιτεί αίμα. Η εκδίκηση γίνεται γι’ αυτόν αισθητική αρχή, πνευματικό δόγμα και άλλοθι της επιθετικότητάς του. Δεν πολεμά πλέον το κακό· χρειάζεται το κακό, για να δικαιολογεί τη δική του αγριότητα. Απέναντί του στέκεται η Έλεν. Μούσα, σύντροφος και αντίπαλος, εκπροσωπεί το μέτρο, τη συμπόνια και τη χριστιανική συγχώρεση. Ωστόσο, ο Σάφερ δεν την παρουσιάζει ως άσπιλη ηθική εικόνα. Η γυναίκα που θέλησε να τιθασεύσει το τέρας γοητεύτηκε πρώτα από τη δύναμή του. Αγάπησε τη φλόγα και κατόπιν τρόμαξε όταν αυτή άρχισε να κατακαίει τα πάντα. Η ενοχή της γεννιέται από τη σιωπηλή συνενοχή κάθε ανθρώπου που πιστεύει ότι μπορεί να κατοικήσει δίπλα στη βία χωρίς κάποτε να πληρώσει το τίμημά της. Ο Φίλιπ βρίσκεται ανάμεσά τους σαν τέκνο μιας σύγκρουσης που προηγήθηκε της γνωριμίας τους. Έχει εξιδανικεύσει τον πατέρα, επειδή δεν τον έζησε. Η Έλεν τού παραδίδει όχι τη μορφή που λαχταρούσε, αλλά έναν άνθρωπο αντιφατικό, ναρκισσιστικό και αυτοκαταστροφικό. Η ενηλικίωσή του συντελείται όταν υποχρεώνεται να διαλέξει ανάμεσα στον μύθο και στη γνώση. Διότι η αλήθεια για τους γονείς δεν θεραπεύει πάντοτε· κάποτε αφαιρεί το τελευταίο καταφύγιο της παιδικής ψυχής. Γραμμένο το 1992, το έργο φέρει την ανησυχία μιας εποχής που είχε μόλις εξέλθει από τον Ψυχρό Πόλεμο, χωρίς να έχει απαλλαγεί από τη βία. Οι βεβαιότητες κατέρρεαν, οι πόλεμοι επέστρεφαν στην Ευρώπη και η δημόσια εικόνα της τιμωρίας αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη ισχύ. Ο Σάφερ διέκρινε έγκαιρα τον πειρασμό της αυτοδικίας: την πεποίθηση ότι, όταν οι θεσμοί αποτυγχάνουν, ο θυμός δικαιούται να ανακηρυχθεί δικαστής. Ο μύθος της Μέδουσας δεν λειτουργεί ως αρχαιοπρεπές κόσμημα. Το κομμένο κεφάλι της, όπλο ικανό να απολιθώνει, γίνεται σύμβολο της δύναμης που στρέφεται τελικά εναντίον εκείνου που την κατέχει. Η Αθηνά, ο Περσέας και η Γοργόνα εκφράζουν διαφορετικές όψεις μιας δικαιοσύνης όπου ο τιμωρός κινδυνεύει να προσλάβει τα χαρακτηριστικά του τέρατος που καταδιώκει. Αυτό ακριβώς θεωρώ πως κάνει το έργο συνταρακτικά σημερινό. Ζούμε σε μια εποχή δημόσιων καταδικών, ψηφιακών δικαστηρίων και συλλογικής οργής, όπου η απαίτηση για δικαιοσύνη συχνά συγχέεται με την απόλαυση της διαπόμπευσης. Ο Σάφερ δεν μας ζητεί να συγχωρήσουμε αδιακρίτως ούτε να αφήσουμε το έγκλημα ατιμώρητο. Μας προειδοποιεί ότι η τιμωρία, όταν αποσπάται από το μέτρο και την ανθρώπινη συνείδηση, γίνεται δεύτερο έγκλημα. Το δώρο της Μέδουσας είναι τελικά ένα έργο για τη φονική γοητεία της βεβαιότητας. Για τον καλλιτέχνη που ανακηρύσσει το πάθος του σε νόμο, για τη γυναίκα που πληρώνει τη μακρά ανοχή της και για τον γιο που πρέπει να θάψει όχι μόνο έναν πατέρα, αλλά και την εξιδανίκευσή του. Η Μέδουσα δεν χαρίζει απλώς ένα όπλο. Χαρίζει μια δοκιμασία: αν δεν γνωρίζεις πότε να αποστρέψεις το βλέμμα, θα απολιθωθεί μέσα σου ό,τι σε κρατούσε ακόμη άνθρωπο. Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Πέτρος Φυσσούν, Σπύρος Σπαντίδας, Πέτρος Πετράκης, Μαρία Καντιφέ, Αννίτα Σαντοριναίου, Τάσος Αλατζάς, Στέλιος Γούτης, Ντίνος Δουλγεράκης, Κωνσταντής Μιζάρας, Μάνος Τριανταφυλλάκης, Ελένη Μιχαηλίδου, Παναγιώτα Παπαγεωργίου, Έφη Ρευματά 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    🐍Το δώρο της Μέδουσας – Όταν η δικαιοσύνη διψά για αίμα Πίτερ Λέβιν Σάφερ
  7. 9월 3일

    🎭 Στο νεκροταφείο των αυτοκινήτων σταυρώνεται ακόμη η αθωότητα. Φερνάντο Αραμπάλ.

    Ένας κόσμος από σίδερα, λάσπη, απαγορεύσεις και ανθρώπινα υπολείμματα. Στο Νεκροταφείο των αυτοκινήτων, ο Φερνάντο Αραμπάλ δεν αναπαριστά απλώς μια κατεστραμμένη κοινωνία· στήνει μια βλάσφημη λειτουργία μέσα στα ερείπιά της. Εκεί όπου ο πολιτισμός έχει σαπίσει, η μουσική γίνεται αδίκημα, η καλοσύνη ύποπτη και η θυσία το τελευταίο καταφύγιο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Γραμμένο το 1958, το έργο γεννιέται στη σκιά ενός ευρωπαϊκού κόσμου που είχε γνωρίσει τον πόλεμο, τα στρατόπεδα, τις δικτατορίες και τη συστηματική ταπείνωση του ανθρώπου. Ο Ισπανός Αραμπάλ κουβαλούσε μέσα του το τραύμα του Εμφυλίου και την εξαφάνιση του πατέρα του από το καθεστώς του Φράνκο. Ζώντας αυτοεξόριστος στη Γαλλία, συνάντησε το Θέατρο του Παραλόγου, αλλά δεν περιορίστηκε στην ψυχρή διαπίστωση ότι η ζωή στερείται νοήματος. Πρόσθεσε κραυγή, σάρκα, παιδικότητα, βία και τελετουργία, προαναγγέλλοντας την εκρηκτική αισθητική του Πανικού Θεάτρου. Η δράση τοποθετείται σε μια απέραντη χωματερή παλιών αυτοκινήτων. Τα κουφάρια των οχημάτων έχουν μετατραπεί σε δωμάτια για ανθρώπους εξίσου εγκαταλειμμένους. Ο Μίλος διευθύνει αυτό το παράδοξο ξενοδοχείο, εμπορευόμενος ακόμη και την εξαθλίωση. Η εικόνα είναι συγκλονιστικά εύστοχη: το αυτοκίνητο, άλλοτε σύμβολο ταχύτητας, ελευθερίας και τεχνολογικής προόδου, κείτεται ακίνητο και σκουριασμένο. Μαζί του έχει ακινητοποιηθεί ολόκληρη η υπόσχεση του νεότερου πολιτισμού. Μέσα σε αυτό το τοπίο εμφανίζεται ο Εμανουέλ, ένας τρομπετίστας με παιδική ψυχή, που παίζει δωρεάν για τους φτωχούς. Η μουσική του δεν είναι διακόσμηση· είναι πράξη ανυπακοής. Προσφέρει χαρά χωρίς αντίτιμο σε έναν κόσμο όπου τα πάντα πωλούνται, ακόμη και το σώμα, η συνείδηση και η προδοσία. Γι’ αυτό η εξουσία τον καταδιώκει. Κάθε αυταρχικός μηχανισμός φοβάται εκείνον που αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος μπορεί να συναντήσει τον άλλον χωρίς άδεια και χωρίς συναλλαγή. Ο Εμανουέλ αποτελεί μια γκροτέσκα εκδοχή του Χριστού. Δεν διαθέτει θεολογική σοφία ούτε λογικά οργανωμένο ηθικό σύστημα. Η αθωότητά του αγγίζει κάποτε την αφέλεια, όμως ακριβώς εκεί βρίσκεται η δύναμή του. Δεν κηρύττει την αγάπη ως δόγμα· την ασκεί σαν φυσική ανάγκη. Η παιδικότητά του δεν δηλώνει πνευματική ανεπάρκεια, αλλά άρνηση να ενηλικιωθεί σύμφωνα με τους νόμους της σκληρότητας. Δίπλα του, η Ντίλα μεταφέρει τη μορφή της Μαρίας Μαγδαληνής σε μια περιοχή ηθικής αναστάτωσης. Προσφέρει το σώμα της πιστεύοντας πως έτσι εκπληρώνει την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Ο Αραμπάλ δεν την εξευτελίζει· αποκαλύπτει μέσα από εκείνη τη σύγχυση ενός κόσμου που έχει αποσυνδέσει την αγάπη από την ελευθερία και την ανθρώπινη οικειότητα από την αξιοπρέπεια. Η Ντίλα είναι συγχρόνως αθώα και τραυματισμένη. Επιζητεί να αγαπήσει, αλλά γνωρίζει μόνο τη γλώσσα με την οποία έμαθε να επιβιώνει. Ο Τοπέ, ο Ιούδας αυτής της αλλόκοτης ευαγγελικής αφήγησης, δεν παρουσιάζεται ως μεταφυσικό τέρας. Λυγίζει για ένα ασήμαντο αντάλλαγμα, και αυτή ακριβώς η μικρότητα κάνει την προδοσία του τρομακτική. Τα μεγάλα εγκλήματα δεν γεννιούνται πάντοτε από μεγάλες ιδεολογίες. Συχνά ξεκινούν από φόβο, αδυναμία και μια ταπεινή προσωπική σκοπιμότητα. Ο Μίλος, αντιθέτως, εκπροσωπεί τον άνθρωπο που προσαρμόζεται τόσο καλά στη σήψη, ώστε τελικά την οργανώνει και κερδίζει από αυτήν. Οι αθλητές Λασκάρ και Τιαμπέ εξακολουθούν να προπονούνται ενώ δίπλα τους συντελείται ένα μαρτύριο. Η σωματική τους κίνηση υπογραμμίζει την ηθική τους ακινησία. Είναι η κοινωνία που τρέχει, καταναλώνει, γυμνάζεται και επιδιώκει επιδόσεις, ενώ έχει πάψει να βλέπει τον βασανιζόμενο άνθρωπο λίγα βήματα μακρύτερα. Η σταύρωση του Εμανουέλ πάνω σε ένα ποδήλατο, με αλυσίδες και μαστίγια, αποτελεί παρωδία μόνο στην εξωτερική της μορφή. Στον πυρήνα της είναι μια σπαρακτική επανάληψη των Παθών. Ο Αραμπάλ δεν γελοιοποιεί τον Χριστό· κατηγορεί έναν κόσμο που τιμά τελετουργικά τη θυσία Του, αλλά εξακολουθεί να σταυρώνει κάθε ανυπεράσπιστο φορέα αγάπης. Κοιτάζοντας τη δική μας εποχή, αναγνωρίζω στο έργο μια ανησυχητική οικειότητα. Ζούμε ανάμεσα σε τεχνολογικά επιτεύγματα και σε ανθρώπους που αντιμετωπίζονται σαν άχρηστα αντικείμενα. Η εξουσία μπορεί να αλλάζει στολή, όμως εξακολουθεί να φοβάται τη μουσική, την ελεύθερη σκέψη και τη χαρά που δεν ελέγχει. Και το πλήθος συνεχίζει συχνά την καθημερινή του προπόνηση, αδιάφορο για τον ήχο των αλυσίδων. Το Νεκροταφείο των αυτοκινήτων μάς αφήνει μπροστά σε μια αμείλικτη αλήθεια: ο πολιτισμός δεν πεθαίνει όταν σκουριάζουν οι μηχανές του. Πεθαίνει όταν η οδύνη του άλλου γίνεται θέαμα και κανείς δεν σταματά για να λύσει τα δεσμά του. Μουσική σύνθεση: Γιώργος Τσαγκάρης Μετάφραση: Παύλος Μάτεσις Σκηνοθεσία: Κώστας Μπάκας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Αντώνης Αντωνίου (Αφηγητής), Βέρα Κρούσκα (Dila, αυτοκίνητο 'α') , Ντίνος Δουλγεράκης (70άρης άνδρας στο αυτοκίνητο '3'), Σοφία Ολυμπίου (70άρα γυναίκα στο αυτοκίνητο '3'), Τζέσυ Παπουτσή (Lasca, προπονήτρια), Θάνος Καληώρας (Tiossido, αθλητής), Νίκος Μπουσδούκος (Milos, καμαριέρης, αυτοκίνητο 'α'), Δημήτρης Αθανασόπουλος (Άνδρας στο αυτοκίνητο '2'), Αιμίλιος Μεσίδης (Topé, προδότης), Κώστας Καστανάς (Emanou, μουσικός), Θόδωρος Σκούρτας (Fodère, μουγγός) 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    🎭 Στο νεκροταφείο των αυτοκινήτων σταυρώνεται ακόμη η αθωότητα. Φερνάντο Αραμπάλ.
  8. 9월 2일

    🌩️ Δημήτρης Μπόγρης- Το Μπουρίνι - Όταν το πάθος σαρώνει τη σιωπή

    Ένα επαρχιακό σπίτι, τακτοποιημένο σαν να μην το άγγιξε ποτέ η αταξία της επιθυμίας, παραδίδεται ξαφνικά στη θύελλα. Η Νόρα εισβάλλει στη ζωή του σαν θερμός άνεμος που αναστατώνει σώματα, συνειδήσεις και βεβαιότητες. Στο Μπουρίνι του Δημήτρη Μπόγρη, η καταιγίδα δεν ξεσπά μόνο στον ουρανό· γεννιέται μέσα στον άνθρωπο, εκεί όπου το καθήκον συγκρούεται με το πάθος και η σιωπή γίνεται επικίνδυνη. Γραμμένο και πρωτοπαρουσιασμένο στα μέσα της δεκαετίας του 1930, το Μπουρίνι ανήκει στην ισχυρή παράδοση της νεοελληνικής ηθογραφίας, χωρίς να περιορίζεται στη γραφική απεικόνιση μιας επαρχιακής ζωής. Ο Δημήτρης Μπόγρης χρησιμοποιεί το κλειστό κοινωνικό περιβάλλον ως δραματικό εργαστήριο. Μέσα του εξετάζει την επιθυμία, την καταπίεση, την οικογενειακή εξουσία και τον φόβο απέναντι στην κοινή γνώμη. Η ιστορία εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιριού στο ήρεμο σπιτικό του επαρχιώτη φαρμακοποιού Φούτση. Η φαινομενική τάξη διαταράσσεται με την άφιξη της Νόρας, της νεαρής ανιψιάς από την πόλη. Όμορφη, ζωντανή και γοητευτική, η Νόρα δεν χρειάζεται να οργανώσει καμία ανατροπή. Αρκεί η παρουσία της. Η διαφορετικότητά της αποκαλύπτει όσα το σπίτι είχε μάθει να σκεπάζει κάτω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Ο Κώστας, γιος του φαρμακοποιού, έλκεται από εκείνη με την ορμή ανθρώπου που ανακαλύπτει ξαφνικά μια άλλη δυνατότητα ζωής. Το συναίσθημά του δεν αποτελεί μονάχα ερωτικό σκίρτημα. Είναι εξέγερση απέναντι σε μια προκαθορισμένη ύπαρξη, μια απόπειρα να ξεφύγει από τον ασφυκτικό ρόλο του υπάκουου γιου. Η Νόρα αντιπροσωπεύει για εκείνον την ελευθερία, αλλά ίσως και την αυταπάτη της. Δεν ερωτεύεται μόνο τη γυναίκα· ερωτεύεται όσα νομίζει ότι θα μπορούσε να γίνει κοντά της. Η ίδια η Νόρα παραμένει η πιο αμφίσημη δύναμη του έργου. Φέρνει τον αέρα της πόλης σε έναν κόσμο όπου κάθε βλέμμα παρακολουθεί και κάθε ψίθυρος μετατρέπεται σε ετυμηγορία. Η γοητεία της μπορεί να εκληφθεί ως υπόσχεση χειραφέτησης, αλλά και ως ασυνείδητη πρόκληση. Δεν παρουσιάζεται αναγκαστικά ως μοιραία γυναίκα που καταστρέφει μια οικογένεια. Μοιάζει περισσότερο με καταλύτη που κάνει ορατή μια ήδη υπάρχουσα κρίση. Το μπουρίνι δεν το δημιουργεί η Νόρα. Απλώς αφαιρεί τη στέγη που προστάτευε τις οικογενειακές ψευδαισθήσεις. Ο Φούτσης εκπροσωπεί έναν κόσμο που στηρίζεται στην τάξη, στην αξιοπρέπεια και στην κοινωνική υπόληψη. Ως πατέρας και οικογενειάρχης, υπερασπίζεται ένα σύστημα αξιών που υπόσχεται ασφάλεια, απαιτώντας όμως βαρύ αντάλλαγμα: την υποταγή της προσωπικής επιθυμίας. Πίσω από την αυστηρότητά του διακρίνεται ο φόβος. Αν οι νέοι ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο, τότε ολόκληρη η πατρική εξουσία κινδυνεύει να αποδειχθεί εύθραυστη. Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, η οικογένεια δεν αποτελούσε μόνο χώρο συναισθηματικών δεσμών. Ήταν οικονομικός μηχανισμός, φορέας τιμής και θεσμός κοινωνικού ελέγχου. Ο έρωτας όφειλε συχνά να υποχωρεί μπροστά στη συγγένεια, στην περιουσία, στον συμφέροντα γάμο και στη φήμη. Ιδιαίτερα η γυναίκα βρισκόταν παγιδευμένη ανάμεσα στην προσωπική της βούληση και στην ηθική επιτήρηση μιας ολόκληρης κοινότητας. Ο Μπόγρης αποτυπώνει αυτή την πραγματικότητα χωρίς να μετατρέπει τους χαρακτήρες του σε άψυχα κοινωνικά σύμβολα. Το μπουρίνι γίνεται έτσι διπλό. Είναι το ξαφνικό φυσικό φαινόμενο που αναστατώνει έναν τόπο εξαρτημένο από τις διαθέσεις της θάλασσας, αλλά συγχρόνως η ψυχική καταιγίδα που συντρίβει την επίφαση της γαλήνης. Όπως η θάλασσα δεν διαπραγματεύεται με τον άνθρωπο, έτσι και το καταπιεσμένο πάθος δεν υπακούει για πάντα στις εντολές της λογικής. Εδώ βρίσκεται, κατά τη δική μου ματιά, η διαχρονική δύναμη του έργου. Και σήμερα εξακολουθούμε να οικοδομούμε τακτοποιημένες ζωές, ενώ στο εσωτερικό τους συσσωρεύονται ανείπωτες ανάγκες. Φοβόμαστε λιγότερο ίσως το χωριό, αλλά περισσότερο την έκθεση, την απόρριψη και την κατάρρευση της εικόνας που δημιουργήσαμε για τον εαυτό μας. Το Μπουρίνι δεν εξυμνεί άκριτα το πάθος ούτε αγιοποιεί την καταπίεση. Μας προειδοποιεί πως ό,τι δεν βρίσκει λέξεις, κάποτε θα αναζητήσει βίαιη έξοδο. Μετά την καταιγίδα, το ερώτημα δεν είναι αν το σπίτι έμεινε όρθιο. Είναι αν όσοι κατοικούν μέσα του μπορούν ακόμη να ζήσουν χωρίς να προδώσουν την αλήθεια τους. Το έργο ηχογραφήθηκε για το ραδιόφωνο το 1982 για το Πρώτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Λαμβάνουν μέρος οι ηθοποιοί: Κώστας Αρζόγλου, Τζόλυ Γαρμπή, Ειρήνη Κουμαριανού, Ιλιάς Λαμπρίδου, Θόδωρος Μορίδης, Θανάσης Μυλωνάς, Μύριαμ Περικλιώτη, Γιάννης Ροζάκης, Βασίλης Τσάγκλος, Αννίτα Δεκαβάλλα, Σπύρος Γεωργούλας Ραδιοσκηνοθεσία: Λάμπρος Κωστόπουλος Μουσική Επιμέλεια: Στέλιος Ράλλης 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    🌩️ Δημήτρης Μπόγρης- Το Μπουρίνι - Όταν το πάθος σαρώνει τη σιωπή

평가 및 리뷰

5
최고 5점
2개의 평가

소개

Ηχητικά θεατρικά έργα

좋아할 만한 다른 항목